Το μαργαριτάρι της Ανατολής

b181522

 

«Το μαργαριτάρι της Ανατολής» Τ.Φραγκούλις Εκδόσεις Ψυχογιός 2012 σελ.423

 

«     Απ’ τον τόπο που είμ’ εγώ ξέρουν ν’ αγαπούν,

Ξέρουν τον καημό να κρύβουν , ξέρουν να γλεντούν.

Τι σε μέλει εσένανε κι όλο με ρωτάς,

αφού δε με λυπάσαι , φως μου, και με τυραννάς…»

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι γεμάτα παράπονο και πάθος , έρωτα και πίκρα , τραγούδια μελαγχολικά, που διηγούνται τα παθήματα των ασήμαντων ανθρώπων.

Είναι τραγούδια που αναφέρονταν σε ναρκωτικά , σε φυλακές, σε σκληρούς μάγκες , και σε ραγισμένες καρδιές, στίχοι χυδαίοι και πρόστυχοι. Τραγούδια θρηνητικά.  Τραγούδια ερωτικά , οικεία και βίαια. Τραγούδια που ήταν  γεμάτα θρίαμβο και περιφρόνηση , και φώναζαν στον μπερμπάντη ή στον γκρινιάρη να φύγει και να πάει στο διάβολο. Άλλα έσταζαν μαράζι και λύπη , θρηνώντας για χαμένα χρόνια και μαλλιά πουν άσπρισαν κοντά σε λάθος άντρα. Τραγούδια για μάγκες που δεν είχαν φερθεί καλά στις γυναίκες. Τραγούδια που υμνούσαν την απανθρωπιά του δολοφόνου . Τραγούδια για πληγωμένες καρδιές,  για πόνο και εκδίκηση. Αντρικά τραγούδια για αντρικές ψυχές. Αμανέδες και παιχνιδιάρικα ερωτικά τραγούδια , τραγούδια του μεθυσιού και της προδοσίας .Τραγούδια που προειδοποιούσε  τους άντρες για τους κινδύνους ,  που διέτρεχαν όταν έμπλεκαν με όμορφες και άμυαλες γυναίκες….

«Δεν είμαι εγώ για σένα», «Πια δε με γελάς» , «Το κουτσαβάκι», «Στρίβε λόγια», «Μάγκικο», «Γιατί να με γελάσεις», «Μάγκες καραβοτσακισμένοι», « Πάνε τα λεφτά μου», «Ο λαθρέμπορος», κ.α.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια έκαναν την εμφάνιση τους στις αρχές της δεκαετίας του  1920.

Αυτά τα τραγούδια είναι τα τραγούδια του ελληνικού υποκόσμου. Είναι τα τραγούδια των ρεμπέτηδων .Τους ρεμπέτηδες τους λέγανε και μάγκες.

Οι μήτρες του ρεμπέτικου τραγουδιού είναι η φυλακή και ο τεκές. Εκεί οι ρεμπέτες έπλασαν τα τραγούδια τους.

Σαν πρώτη ύλη τα πρωταρχικά ρεμπέτικα τραγούδια χρησίμευσε το υλικό των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών και τα τραγούδια που έλεγαν οι Έλληνες της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης. Στις ρίζες του ρεμπέτικου θα βρούμε τους αμανέδες. Στα τραγούδια αυτά επέδρασαν επίσης οι βυζαντινοί ύμνοι και η τούρκικη μουσική.

Τα ρεμπέτικα αναπτύχθηκαν σε αστικά κέντρα και κυρίως στα λιμάνια : Κωνσταντινούπολη,Σμύρνη, Θεσσαλονίκη, Σύρα ,Πειραιά , στα μεγάλα αυτά κοσμοπολίτικα σταυροδρόμια , όπου βρήκαν τη δική τους γλώσσα.

Σμύρνη 1922.

Η ζωή της πανέμορφης Κυβέλη Φωτιάδη, κόρη πλούσιας οικογένειας ,ξεκινά από τη Σμύρνη. Η Κυβέλη είχε  πολλούς Σμυρνιώτες θαυμαστές και ήταν  ονομαστή ως Σμυρνιά σαντέζα. Της άρεσε να  πηγαίνει με τον πατέρα της , με μια ανοιχτή μαύρη Μπουγκάτι , με οδηγό με στολή στο τιμόνι, στο μεγαλοπρεπές θέατρο της Σμύρνης να ακούσει τους «Παλιάτσους », την τραγική ιστορία ενός θιάσου εκδικητικών κλόουν. Προτιμούσε επίσης    τα ερωτικά τραγούδια των φημισμένων μουσικών , τα εύθυμα ακορντεόν τους , τα μαντολίνα και τις γλυκές φωνές με τις καντάδες τους .

Πειραιάς 1922.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή φτάνει πρόσφυγας και πάμφτωχη  στον Πειραιά , όπου για ένα διάστημα έμεινε στο μπουρδέλο της κυρίας Έφης , μέχρι να αρχίσει να τραγουδά σε ένα τεκέ της Δραπετσώνας , στο υπόγειο μαγαζί του μπάρμπα-Γιάννη. Η Κυβέλη ήταν και πρώτη γκόμενα στον τεκέ του μπάρμπα-Γιάννη.

 

Είμαι η πρώτη γκόμενα ,

νταλκά του κάθε μάγκα .

Μα τη δική μου την καρδιά

άλλος καημός την ψήνει.

 

Κι αυτός το κάνει τουμπεκί,

με την καρδιά μου παίζει

και το μπουζούκι του κρατά

πενιές οι άλλοι σαν ρίχνουν.

 

Μες στον Πειραιά έφτασα

δίχως ρούχα και λούσα

μα το μυαλό μου έχασα

γι’ αυτόν εδώ τον μάγκα.

 

Εκεί στον τεκέ, θα γνωρίσει τον Σπύρο , τον Σάκη  και τον Τρελάκια τον Μάνο .Διάφοροι άντρες μπαινοβγαίνανε στη ζωή της , άντρες που της φέρνανε φρέσκα ψάρια, μεταξωτές κάλτσες ή μπουκάλια με κρασί… Θα χαρεί χωρίς δεσμεύσεις τους έρωτές της .

Πολλοί  επηρεάσανε τη μοίρα της Κυβέλης  , η κυρία Έφη , ο μπάρμπα –Γιάννης , ο Σπύρος , ο Μανόλης ο Αγγουράς,  ο Σάκης ,η κυρά –Ξανθή , ο Αλέκος , η Ναρέλα ,η Ρουμπίνι, η Ασπασία, η Σοφία η Καππαδόκισσα ( η χορεύτρια της κοιλιάς), και η Μαριάνθη με το λουλουδάτο φόρεμά της, η γυναίκα του Σμυρνιώτη.

Στο Αθηναϊκό κέντρο «Μπέλα Βίστα» , η Κυβέλη, θα συνεργαστεί με  τον συνθέτη Παναγιώτη «Σμυρνιώτη» Δούκα  και τον Διαμαντή Σκαρλάτο, που έπαιζε  μπουζούκι.

Η Μαριάνθη έγραφε τα τραγούδια ,τα οποία έκαναν τον Σμυρνιώτη ολοένα και πιο δημοφιλή. Ο γάμος τους όμως είχε βαλτώσει….

Η Μαριάνθη ήταν μια γυναίκα με πάθη ,που ο Σμυρνιώτης ήταν ανίκανος να ικανοποιήσει με οποιαδήποτε άλλο τρόπο εκτός από το να βάλει στα λόγια της, μουσική. Ακόμα κι αυτό το έκανε με δυσφορία  και ποτέ δεν της άφηνε να χαρεί απόλυτα τη συνεργασία τους …

Η Μαριάνθη μοιράστηκε το μυστικό της με την Κυβέλη , ότι αυτή έγραφε τα τραγούδια του Σμυρνιώτη και εκείνη δεν θα την πρόδιδε . Κανείς δεν το υποπτευόταν αυτό , αλλά ,αν αποκαλυπτόταν , ο Σμυρνιώτης θα καταστρεφότανε…

Ο Σμυρνιώτης είχε λαχτάρα για στίχους ,όπως οι άλλοι είχαν λαχτάρα για το χασίς και την ηρωίνη….

 

«….Υπήρχε μόνο η μουσική και η φωνή της. Τίποτε άλλο. Είπε τραγούδια για πληγωμένες καρδιές , για πόνο και εκδίκηση. Αντρικά τραγούδια για αντρικές ψυχές , η θηλυκή φωνή της μαλάκωνε το θυμό και τις εντάσεις και τα μετέτρεπε σε μελαγχολία ….

….Κάποιοι μάγκες σηκώθηκαν να χορέψουνε .Η καρδιά της έγινε καρδιά αρσενικού και οι γυναικείες σκοτούρες και οι φόβοι της εξαφανίστηκαν . Άνοιξε τα μάτια της και κατέβηκε από το πάλκο , χτυπώντας τα παλαμάκια με τα χέρια της σηκωμένα πάνω από το κεφάλι της, λικνίζοντας του γοφούς της ρυθμικά , σε απόλυτη συμφωνία με το ρυθμό του τραγουδιού….

…..Θέλω τη φωνή σου…..»

 

Η Μαριάνθη θέλει τη φωνή της Κυβέλης για τα τραγούδια της….

Ότι τραγουδούσε πλέον η Κυβέλη , τα λόγια των τραγουδιών, τα είχε γράψει η Μαριάνθη.

Η Μαριάνθη ήταν ο τύπος της γυναίκας που είχε μανία με την τελειότητα , ένιωθε την ανάγκη να τα κάνει όλα καλά-γι’ αυτό διατηρούσε το σπίτι της καθαρό μέχρι υπερβολής , γι’ αυτό τα γλυκά της ήταν εξαιρετικά και τα τραγούδια της απολαυστικά. Αλλά  η Μαριάνθη δεν μπορούσε να τραγουδήσει . Η Κυβέλη δεν έγραφε τραγούδια , κι ήταν αυτή η διαφορά που τις έδενε συναισθηματικά .Θα ήταν όμως οδυνηρό για την Μαριάνθη, να υπάρχει όλη αυτή η ποίηση μέσα της, χωρίς η ίδια να έχει τον τρόπο να την ελευθερώσει στον κόσμο . Είχαν δύναμη και γοητεία οι στίχοι της.

Η φωνή στο κεφάλι της ήταν όμορφη .Ήταν η φωνή της Κυβέλης. Και η φωνή που μεταμόρφωσε τα τραγούδια σε μαγεία. Μια απόκοσμη φωνή. Μια φωνή που έκανε τους μάγκες να σωπάσουν…

 

Μες στον τεκέ της Μαριγώς

μ’ έπιασε ένας μυστικός ,

βρε, κι απάνω στο μεράκι ,

βάζει χέρι στο μαυράκι .

 

Το λουλά μας τον εσπάει

και την τίκα μας αρπάζει ,

τότε τράβηξε μαχαίρι

και τον βάρεσα στο χέρι…

 

Η Κυβέλη τραγουδά κάθε βράδυ και εισπράττει χειροκροτήματα ,αλλά κανείς δεν νοιάζεται για το ποιος έγραψε τα λόγια .Όλα περιστρέφονται γύρω από τη μουσική και την τραγουδίστρια. Αυτή ήταν η σκληρή αλήθεια…..

Η Μαριάνθη είχε ήδη υποτάξει με τους στίχους ,τον Σμυρνιώτη , είχε κερδίσει τη φωνή της Κυβέλης και τη φιλία της επειδή είχε αποφασίσει πως τις χρειαζόταν και τις δύο , και ήταν μόνο οι συνθήκες που την κρατούσαν σε απόσταση αναπνοής από τον Διαμαντή ,αν και οι συνθήκες είχαν αλλάξει και στο μεταξύ ήταν εκείνη, που είχε στείλει αντικαταστάτρια…

Η Κυβέλη ήταν πια ερωμένη του Διαμαντή. Ο Διαμαντής ,που έπαιζε καλό  μπουζούκι  και η Κυβέλη η τραγουδίστρια, ζούσαν σαν παντρεμένο ζευγάρι.

Η Μαριάνθη έχει πλέον σταματήσει να γράφει και έχει αντικαταστήσει τους στίχους της ξανά με το εργόχειρο ή μάλλον αρνιόταν να  ξαναδώσει στον άντρα της ,τα τραγούδια της…

Η Μαριάνθη ήθελε και αυτή τον Διαμαντή , αλλά ήξερε πώς δεν θα μπορούσε ποτέ να τον έχει. Πίστευε ότι θα μπορούσε να ενορχηστρώσει τη σχέση τους, να ζήσει μέσα από αυτούς με τον ίδιο τρόπο ,που έβαζε λέξεις στο στόμα της Κυβέλης….

Η Κυβέλη θα μπορούσε να σταματήσει τη σχέση της με τον Διαμαντή , θα το είχε κάνει για τη φίλη της, αλλά δεν μπορούσε. Ήταν εθισμένη σε αυτόν , κι αυτός ο εθισμός ήταν πολύ πιο γλυκός από το χασίς ή το κρασί ή τις καραμέλες μελιού….

Η Μαριάνθη νιώθει προδομένη από την αδελφική της φίλη , θέλει πλέον να πετάξει τα λόγια της και τους στίχους της σε ένα άδειο πηγάδι και να της κρατήσει συντροφιά η ηχώ τους. Είχε δώσει στην Κυβέλη τη φιλία της, τα τραγούδια της και τον άντρα των ονείρων της, την αγαπούσε σαν αδελφή ,ένιωθε ευγνωμοσύνη για αυτή ,αλλά τώρα την θεωρούσε αντίπαλο-αντίζηλο….

 

«…Μπορείς να πεις στον Διαμαντή πως οι λέξεις που βγαίνουν από το στόμα που έχει φιλήσει χιλιάδες φορές είναι δικές μου. Γι’ αυτό σε φίλησα στο στόμα στο χαμάμ. Για να ευχαριστήσω τα χείλια που μετέτρεπαν τα λόγια μου σε γητειά και να γευτώ τον Διαμαντή , έστω από δεύτερο χέρι, για να πάρω πίσω κάτι από αυτόν….

Εκείνα τα τραγούδια είναι δικά σου τώρα ,Κυβέλη , σαν να τα είχες γράψει εσύ η ίδια κι εγώ να ήμουν ένα ανώνυμο πρόσωπο από το κοινό που σε λατρεύει. Δε θα ανταλλάξουμε άλλα λόγια μεταξύ μας…»

Πειραιάς 1924 .

Τώρα η Κυβέλη είχε κάτι που δεν είχε ποτέ πριν : ένα λόγο να φύγει , και κανέναν να γυρίσει πίσω. Η Κυβέλη ήξερε για το μέλλον της ,από τη γριά μάγισσα, την Κυρά –Ξανθή: μακρόχρονη ζωή , γεμάτη φως , επιτυχία κι άνθηση των έμφυτων ταλέντων της, αλλά όμως  δεν θα παντρευόταν ποτέ…..

Η φυγή της Κυβέλης  ήταν η απάντηση στον πόνο της Μαριάνθη ς, όταν της εξομολογήθηκε, πως ο Διαμαντής ήταν ο εραστής της.

Η Κυβέλη δεν φοβόταν πια το μέλλον…..

 

«…..Ο Διαμαντής σήκωσε το μπουζούκι του κι άρχισε να παίζει το:

                             Σαν είσαι μάγκας και νταής

και θέλεις να με πάρεις,

πρέπει κουμπούρι και σπαθί,

μάγκα, να κουσουμάρεις.

η Κυβέλη πήγε και στάθηκε πίσω του , με τα χέρια της στους ώμους του. Εναλλάσσονταν στο τραγούδι –δυο στίχοι δικοί της , οι επόμενοι δύο δικοί του , οι φωνές τους συναντιόνταν στο τέλος…

Ενώ ο Διαμαντής έπαιζε μια ακόμα από τις συνθέσεις του , εκείνη άρχισε να χορεύει , σηκώνοντας τις φούστες της, δείχνοντάς του πως δεν φορούσε τίποτε από κάτω……

…. Αμάν, αμάν…, μούγκρισε χυδαία ο Διαμαντής , ύστερα βόγκηξε σαν να τον είχαν πυροβολήσει με βελούδινη σφαίρα , και η Κυβέλη τον κράτησε σφιχτά πάνω της μέχρι εκείνος να πάψει να τρέμει…..»

 

Ένα βιβλίο γεμάτο : Μουσική, χορό , τσιφτεντέλια, ζεϊμπέκικα,χασάπικα, χοροί της κοιλιάς, τραγούδια, τραγουδίστριες , πουτάνες, κακόφημα νυχτερινά μαγαζιά, κρασί ρετσίνα , μαύρο από την Προύσα, μπαγλαμάδες , μπουζούκια , τουμπελέκια , κιθάρες, ακορντεόν , ντέφια, λαούτα, βιολιά , κλαρίνα, κύμβαλα,   μαστουρωμένους μάγκες, μάγκες και άντρες του Πειραιά και της Δραπετσώνας , πραγματικοί μάγκες,  συνθέτες, στιχουργοί, μουσικοί ,  νταηλίκια , μνησικακίες, λούστρους, πλανόδιους πωλητές, λαχειοπώλες, ναύτες, ψαράδες, γυρολόγους, αστυφύλακες, λιμενεργάτες, τραμβαγέρηδες, άνεργους τρακαδόρους, αποβράσματα,  ρεμάλια ,τραμ , κακοπαθημένες λατέρνες, παρτίδες ξερή,  μάγκες στις σπηλιές  του Κερατσινίου, μάγκες μαστουρωμένους με κοκαϊνη, άντρες που στην ταβέρνα  σπάνια μιλούσαν για την οικογένειά τους , γέρο-λάγνους ,  ταβέρνες που δεν έμπαιναν παντρεμένες γυναίκες,   ευσπλαχνικές πόρνες, φανταστικές πόλεις  που το χασίς φύτρωνε στα δέντρα , κερωμένοι δίσκοι, φωνογράφοι, ηχογραφήσεις στην Κολούμπια ,μενουέτες στο πιάνο,  κομπολόγια , πολύχρωμα καλοκαιρινά εξώπλατα φορέματα , μπλε σκούρες ρεπούμπλικες ,μεγάλα καπέλα, γάντια, βαμμένα ρουζ μάγουλα, σταυρωτά σακάκια, ρεπούμπλικες, γιλέκα και ριγωτά φαρδιά παντελόνια, ψηλοτάκουνα τακούνια, μαραθόπιτες, αρνιά ψητά , ψητοί λαγοί με γιαούρτι , καλτσουνάκια, γεμιστοί κολοκυθανθοί,   καφέδες σε  στιλπνό χάλκινο μπρίκι, σμυρναίικα τριαντάφυλλα , σμυρναίικα μπαλκόνια ,ταψάκια μπακλαβά , λευκά κρινάκια , λευκά δαντελένια πετσετάκια, μαύρο ψωμί , σαρδέλες,  βιενέζικα βαλς,  λικέρ ροδάκινο, φανταχτεροί ναργιλέδες και λουλάδες,  κάγκελα της φυλακής ,  μαχαιρώματα στους τεκέδες, συμπλοκές στις ταβέρνες, μάγκες στα ντόκα του Πειραιά, λάμες  μαχαιριών , σφαίρες, δυνατά ναρκωτικά που ανασταίνουν και νεκρούς, δίκοπα μαχαίρια ,μπλε , κόκκινα , πράσινα όμορφα  βάζα από ναργιλέδες ,που περίμεναν να τα γεμίσουν οι γυναίκες με λουλούδια, σπασμένα όργανα από λουστραρισμένο ξύλο ,  ακίνητοι και αμίλητοι και σκυθρωποί σαν πέτρες μάγκες  μπροστά στα ντου της αστυνομίας στους τεκέδες , ξένοι και σκάρτοι τύποι , μυστήριοι και κακοί μπάτσοι,   χρήματα, μαχαίρια, περίστροφα, φιλικοί εχθροί,  θεοί του έρωτα,  γέφυρες στη Δραπετσώνα,  λεμβοδρομίες στην προκυμαία της Σμύρνης,   πλούσιες συνοικίες της Σμύρνης – Μπέλα Βίστα , Κορδελιό , Μπουρνόβα,   άντρες που αγαπούσαν το μπουζούκι τους και κόβανε τις  φλέβες για μια γυναίκα,  άντρες που δεν μπορούσαν να κρατήσουν το πουλί τους στο παντελόνι, άντρες που έτρωγαν χώμα, κανάρες που τραγουδούσαν όμορφα τραγούδια από το μουνί τους,  μάγκες που κόβανε με τα δόντια ένα κομμάτι από το κρασοπότηρό τους και το έφτυναν στα μούτρα των άλλων , μάγκες φλομωμένοι στο χασίς, όμορφοι άντρες,  πανέμορφες γυναίκες,  χόβολη στις φιάλες του ναργιλέ,  βαριά μυρωδιά των τεκέδων ανάμεικτη από χασίς και ιδρώτα,  μαστουρωμένοι που σηκώνονται για να χορέψουν και να μαχαιρώσουν , άντρες που μπορούσαν να βουτήξουν ένα κομμάτι χασίς στις νότες του μπουζουκιού και να το φάνε ολόκληρο  σαν λουκούμι, μαχαίρια με σκαλιστό χερούλι από ελεφαντόδοντο, μάγκες που χέζανε  πάνω στους τάφους φίλων , για καλό κατευόδιο και μια διαβεβαίωση πως όλοι οι μεταξύ τους λογαριασμοί είχαν εξοφληθεί,  κεχριμπαρένιες χάντρες των κομπολογιών, χαρτοπαίκτες, λαθρέμποροι , δολοφόνοι, ταραχοποιοί, παράνομοι, μουρμούρηδες, καψούρηδες, πιστόλια Κολτ και Λάγκερ, σουγιάδες , στιλέτα, μαχαίρια ακόμα και για αγριογούρουνα, τεκέδες με σύννεφα καπνού λες και βρισκόσουν στο λόφο της Καστέλας με ομίχλη, θάνατοι που διέγειραν την ερωτική επιθυμία,   ζάρια, γαρδένιες , νομίσματα στα πιάτα των τραγουδιστριών , σκοτωμένοι εραστές, λερωμένα από αίμα φορέματα τραγουδιστριών , σκληροί και ψυχροί μάγκες έτοιμοι για καβγά, έμποροι ναρκωτικών , παραμορφωμένα αυτιά μαστουρωμένων, μουσικές που ήταν αναγκαίες στο μεθύσι των μαστουρωμένων , συνωμοτικά ονόματα, συμμορίες, περπατημένοι άντρες που κουβαλούσαν τη γνώση του δρόμου και του κόσμου ,  γυναίκες που τρελαίνανε  τους άντρες με έναν  τρόπο που μόνο γυναίκες   οι οποίες δεν ήταν ερωτευμένες μπορούσαν να εφαρμόσουν σε άντρες που δεν  τους ποθούσαν , σκληρόκαρδες σκύλες γυναίκες, βάρβαρα αρσενικά, πρόστυχα σχόλια, λάγνα χαμόγελα , μάγκες που τους καρφώνανε στην πλάτη  πιρούνια, άντρες που ακολουθούσαν τις γυναίκες στο σπίτι τους σαν δαρμένοι σκύλοι, στριφτά μουστάκια, μαύρα μάτια γεμάτα λαγνεία, γυναίκες που ξεσηκώνανε τον πόθο των αντρών,   μαστουρωμένοι χασικλήδες, ταβέρνες που οι μάγκες βρίσκανε άσυλο στο χασίς και στο τραγούδι για να ξεχνάνε τα προβλήματα της ζωής,  τραγουδίστριες που καλωσόριζαν τους άντρες και τους ευχόταν καλή μαστούρα, κορίτσια που κρεμαστήκανε από τη λεμονιά του κήπου τους,  στήθια κοριτσιών τεμαχισμένα σαν πορτοκάλια , νεκρά κορμιά αγοριών να κρέμονται από τσιγκέλια στα χασάπικα της Σμύρνης,  φουσκωμένα πτώματα στην προκυμαία της Σμύρνης, στρατιώτες με κομμένα χέρια σαν φτερά μύγας,   πρόσφυγες στο θεωρείο του Αττικού Θεάτρου στον Πειραιά, σπάνιοι θησαυροί της Ανατολής – μαργαριτάρια  της Ανατολής….

Μέσα σε αυτό το  βιβλίο , το γεμάτο ρεμπέτικα τραγούδια, θα αναγνωρίσει ο προσεκτικός αναγνώστης  πρόσωπα ,που έγραψαν τους στίχους , την μουσική ή τα τραγούδησαν , όπως : Κ.Καριπόπουλο(Καρίπη),Μ.Βογιατζή,Κ.Ρούκουνα,Ρ.Εσκενάζι,Χ.Γιασάρ,Σ.Καρίβαλη(Αμπατζή)Μ.Σαπουτζάκη(Καραπιπέρη),Γ.Πασιδέρη,Μ.Παγκίκα, Β.Παπάζογλου(Αγγούρης),

Α.Μαρωνίτη-Παπάζογλου,Α.Δελιά,Ν.Μάθεση,Ε.Σμυρνιά, Α.Βάκκα,Γ.Βιδάλη,Β.Τηνιανό,κ.α.

Οι παλιοί κλασικοί , αλλά ανώνυμοι συνθέτες –στιχουργοί ρεμπέτικων τραγουδιών,  που δεν ήξεραν ούτε γραφή , ούτε ανάγνωση, εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι…..

 

Αυτές οι σελίδες που ….ακούγονται στη διαπασών ,  μιλούν για ρεμπέτικα , μάγκες και ναργιλέδες ,για την ομορφιά των  τραγουδιών, των γυναικών, των αντρών και εντέλει της ίδιας της ζωής….

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εθνικής μνήμης , ένα μυθιστόρημα για την Σμύρνη , την Δραπετσώνα και τον Πειραιά,  ένα μυθιστόρημα για τους γνωστούς και  άγνωστους στιχουργούς και συνθέτες του Μεσοπολέμου, ένα μυθιστόρημα για τους ρεμπέτες και τις ρεμπέτισσες.

Το βιβλίο «Το μαργαριτάρι της Ανατολή» της Τες Φραγκούλις, φανερώνει ένα κόσμο που αρκετοί αγνοούν , άλλοι περιφρονούν και κάποιοι θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα γι’ αυτόν.

 

Η Τες Φραγκούλις γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης .Έζησε στην Ολλανδία , στην Ελλάδα και στο Τορόντο. Τώρα ζει στο Μόντρεαλ όπου διδάσκει δημιουργική γραφή. Το πρώτο  μυθιστόρημά της , «Το όνειρο της Αριάνδης», ήταν υποψήφιο για το IMPAC International Dublin Literary Prize 2003.

Γράφει    :  Ο Κώστας Τραχανάς

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s