Στα χρόνια της ομίχλης

 

 

 

 

 

«Στα χρόνια της ομίχλης-Ιάσμη» Ν.Γούλιας Εκδόσεις Ψυχογιός 2012 σελ.517

 

«….Η ομίχλη φαινόταν να σέρνεται στη γη και ν΄ανεβαίνει στα ντουβάρια-αλλού γαλακτόχρωμα και αλλού υπόγλαυκα πυκνώματα απειροελάχιστων δροσοσταλίδων να αναδεύονται, να νοτίζουν την αναπνοή και να μουσκεύουν τα ρούχα…

Φεύγοντας η ομίχλη , το ένα μετά το άλλο ξεπρόβαλλαν τα καϊκια, χρωματιστές πινελιές όμορφα ακουμπισμένες απάνω στο πρασινογάλαζο φόντο του λιμανιού, έτσι όπως ήταν ξέχειλα, φορτωμένα μέχρι και τις κουβέρτες. Στεκόντουσαν δεμένα κι ανυπόμονα, στρατός ολόκληρος, το ένα δίπλα στο άλλο, τίγκα στα λεμόνια και στα πορτοκάλια που γυάλιζαν και άστραφταν σαν χρυσαφένιες μπάλες. Τούτη τη χρονιά είχε τόση σοδειά ο Κάμπος, που θα έπνιγαν τις αγορές, από τη Θεσσαλονίκη και την Πόλη μέχρι την Οδησσό και το Λιβόρνο….»

 

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο διαδραματίζεται στην μαρτυρική Χίο , την Χίο των πορτοκαλιών και της μαστίχας. Το όνομα του νησιού  είναι : Η Μυροβόλος Χίος.

Ο Νικόλας ,αργότερα, έτσι θα ονομάτιζε το δικό του καίκι, «Μυροβόλος»….

1822 ,στο Πυργί της Χίου , η οικογένεια του Κωνσταντή και της Ροδόκλειας , αποφασίζει σαν σώσει τα τρία παιδιά της , διότι έχουν φτάσει τα μαντάτα για τις μεγάλες σφαγές των Τούρκων , φυγαδεύοντας τα στον Εμπορειό , στον παππού Ισίδωρο.

Μια ήσυχη νύχτα του Ιουνίου ,ο παππούς Ισίδωρος και τα τρία εγγόνια του(ο Ισίδωρος, η Μαρκέλλα και η Ελένκω ), φεύγουν με το μικρό καϊκι, την «Φανερωμένη», από τη Χίο προς τη Σύρο, για να γλιτώσουν την τελειωτική σφαγή και το χαλασμό ,που ξεκινούσε. Οι Τούρκοι μπήκαν στα απάτητα Μαστιχοχώρια και δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα και όσοι γλίτωσαν  το μαχαίρι  είχανε γίνει σκλάβοι. Στο νησί δεν είχε μείνει ζωντανή ψυχή, κι όπως οι πέτρες δεν μιλούν και οι νεκροί σωπαίνουν ,δεν υπήρχε πια κανένα νέο από την αιματοβαμμένη Χίο…

Τα τρία μικρά παιδιά φιλοξενήθηκαν στη Σύρο, στο γενουάτικο, ουδέτερο νησί. Ο παππούς τα άφησε  στο μοναστήρι και τον οικισμό  στην Απάνω Σύρα και εκεί τα φρόντιζαν η μοναχή Δομινίκη και ο φίλος του ,ο καπετάν Γιάννης ο Ψαριανός. Πατέρας αληθινός ο ένας , περισσότερο κι από μάνα η άλλη.

24 Φεβρουαρίου 1824, τα τρία παιδιά πήραν τον δρόμο του γυρισμού πνιγμένα στο κλάμα. Αμήχανη και αβέβαιη η επιστροφή. Χαλάσματα. Έρημα τα σπίτια , οι τόποι καμένοι, αλλά κυρίως λιγοστοί οι άνθρωποι. Μερικές γριές στου δρόμους .Η μάνα τους στο αδειανό Πυργί κλεισμένη μέσα στο σπίτι. Το μυαλό της, ολότελα σαλεμένο. Η ματιά της ; Μιας τρελής. Να μην μπορείς να συνεννοηθείς .  Ο πατέρας , πουθενά. Ο παππούς άφαντος….

Στο Πυργί, το Μαστιχοχώρι,  τίποτα πια δεν βαστούσε τον δεκαπεντάχρονο Ισίδωρο .Ο Ισίδωρος ήθελε να ξεφύγει από τον μόνιμο εφιάλτη που είχε από παιδί , πως μια ζωή θα έμενε κάτω στο Πυργί καταδικασμένος τη μισή χρόνιά να μαζεύει σπυρί σπυρί το μαστίχι και την άλλη μισή να το καθαρίζει. Θέλει να φύγει και να γίνει ναυτικός.

Το 1834 γίνεται καραβοκύρης, απέκτησε δικό του σκαρί, μεγάλο , εμπορικό , έγινε καπετάν Σίδερος πια.  Πυργούσης και με δικό του καίκι και καπετάνιος στα εικοσιπέντε του!!! Προίκα του το έκανε ο πεθερός του ο κυρ-Παντελής , ο έμπορος εσπεριδοειδών , όταν ο Ισίδωρος παντρεύτηκε τη μοναχοκόρη του την Θεοδώρα. Το καίκι το ΄πε «Φανερωμένη». Ήταν μια δικάταρτη μπομπάρδα γύρω στα 25 μέτρα. Στη δούλεψή του στο καίκι ο Ισίδωρος πήρε τον καπετάν Γιάννη τον Ψαριανό ,τον «πατέρα» του και τον ανιψιό του τον Νικόλα , τον γιό της Μαρκέλλας. Η άλλη αδελφή του η Ελένκω ,έμεινε ανύπαντρη ,δίπλα στη άρρωστη μάνα τους, την Ροδόκλεια .

Ο Ισίδωρος άρχισε ταξίδια και αλισβερίσια με τους μεγαλέμπορους της Σύρου. Ένας γυμνός απότομος βράχος ήταν η Σύρος , ριγμένος στις Κυκλάδες .Η Χιακή κοινότητα , στην Ερμούπολη , ήταν η πιο μεγάλη και η πιο καζαντισμένη. Με αυτή συνεργάστηκε ο Ισίδωρος.

Το καίκι του Ισίδωρου στάθμευε στην  Ερμούπολη, την ωραιότερη πόλη του κόσμου, με τα εργοστάσια της και τα καρνάγια της. Την μαγευτική αυτή πολιτεία ,που ήταν κτισμένη, μετά το 1822 ,από κάποιους απελπισμένους πρόσφυγες από τη Χίο τα Ψαρά, την Κάσο, το ΑΪβαλί, την Σμύρνη, και την Κρήτη. Μέχρι να φορτώσουνε το καίκι αγνάντευε ο Ισίδωρος, την Απάνω Σύρα , εκεί όπου είχε ζήσει με τις αδελφές του δυο χρόνια, μια καστροπολιτεία αλλοτινών εποχών, καθολική βασίλισσα,  με το μοναδικό στολίδι της ,την εκκλησία των Καθολικών , τον Σαν Τζώρτζη.

Σε κάποιο από τα ταξίδια του καϊκιού στη Σύρο ,ο Νικόλας,  γνώρισε σε ένα τυπογραφείο-βιβλιοπωλείο-βιβλιοδετείο , την Ιάσμη (γιασεμί)ή Αιμιλία και την ερωτεύεται. Επειδή κάνανε εμπόριο Χίο-Σμύρνη , για δύο χρόνια ,δεν μπόρεσε ο Νικόλας ,το διάστημα αυτό, να πάει στη Σύρο, για να ξανανταμωθεί με την Ιάσμη. Στη Χίο που ζούσε, ένα κομμάτι της καρδιάς του Νικόλα έμενε εκεί, στη πολύβουη πολιτεία των Κυκλάδων , την Ερμούπολη.

Το 1850, η «Φανερωμένη» ,, φορτωμένη έφευγε για Σμύρνη με τα εσπεριδοειδή , αλλά και με τα μπαμπακερά, φορτωμένη γυρνούσε στη Χίο άλλοτε με σταφίδα , άλλοτε με ρύζι και άλλοτε με αλεύρι, γέμιζαν τα κεμέρια του Ισίδωρα ισπανικά ρεάλια και τούρκικα άσπρα .

Όταν ξαναέρχεται ο Νικόλας ,μετά από τόσο καιρό, στην Ερμούπολη ,  ψάχνει για την Ιάσμη. Ανεβαίνει τα 900 σκαλοπάτια για την Απάνω Σύρα, να τη  βρει. Ο Νικόλας όταν τελικά  βρίσκει την αγαπημένη του Ιάσμη, εγκαταλείπει το θείο του και το καϊκι και μένει πλέον στην Ερμούπολη.

Όταν όμως γίνεται το κακό, ο Νικόλας επιστρέφει στους δικούς του, στο Πυργί της Χίου. Εκεί τώρα  δε θρηνούσε πλέον άνθρωπο, θρηνούσε ….τη ζωή του , ώσπου να χαθεί αργότερα ,με τη βάρκα του την «Ιάσμη», στην ομίχλη του Αιγαίου……

 

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα αφήγηση στην οποία καλλιεργείται  ένα μοναδικό αίσθημα νοσταλγίας από τη δεξιοτεχνία της αφήγησης . Ένα κείμενο οικουμενικό.

Με ένα τέτοιο έργο καθαρής δημιουργικής πνοής, ο αναγνώστης από την πρώτης στιγμή δένεται εξάπαντος μαζί του. Δεν μπορεί να το ξεχάσει , όπως δεν μπορεί να ξεχάσει τη φευγαλέα λάμψη της λεπίδας ενός σπαθιού κάτω από τον ήλιο, καθώς ορμά προς το κεφάλι. Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να ξεχάσει τον συγγραφέα του. Ειδικά όταν το πάθος, που αυτός περιγράφει ,γίνεται το δικό του πάθος. Τότε, για να αρχίσουμε να μιλάμε για το βιβλίο του , συνειδητά η ασυνείδητα μιμούμαστε αναπόφευκτα τη φωνή του. Τον ίδιον!!

Τι πέτυχε ο συγγραφέας με το πολυσύνθετο μωσαϊκό των ηρώων του;

Κατάφερε να συμπυκνώσει τις δραματικές ιστορίες πολύ πειστικών ως προς την αλήθεια της ζωής και των παθών τους προσώπων και να αναπτύξει αυτές τις ιστορίες με μια σύνθετη πλοκή , όπου τίποτα δεν περιττεύει , και με μια εξίσου πυκνή γραφή , τροφοδοτημένη με αρκετά ποιητικά στοιχεία. Η ποιητική θέρμη και το δυνατό ανθρώπινο φορτίο αυτής της γραφής διατηρούν αμείωτη την πυρετική έντασή της ώστε στο τέλος της ανάγνωσης να αναδύεται η γνήσια συγκίνηση.

Ο συγγραφέας αποδεικνύεται ότι μπορεί να διηγηθεί χωρίς κορόνες , με χαμηλούς τόνους και διακριτικές ομιλούσες σιωπές, τις ιστορίες του. Η γραφή του θυμίζει κομψοτέχνημα.

Το μεγαλύτερο , ίσως, δώρο του Νίκου Γουλιά ,στον αναγνώστη του , είναι η γλώσσα του: η  καθηλωτική εκφραστική δύναμη και ευστοχία του , η οποία κτίζει επιμελώς το κείμενό του προετοιμάζοντας το έδαφος για την περιοδική έλευση μιας θαυμάσιας, αμιγώς λογοτεχνικής, φράσης ,που γεύεσαι σαν εξαίσιο γλύκισμα. Οι διάσπαρτες γλωσσικές εικόνες , που συνέχουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα σε ένα ισχυρό λογοτεχνικό έργο. Έργο συγκινητικό και αληθινό. Έργο για τον παλιό καιρό , για τον καιρό μας και τον καιρό που έρχεται….

Ένα εξαιρετικό ποιητικό και ιστορικό αριστούργημα , που πρέπει να διαβαστεί από όλους.

 

Ο Νίκος Γουλιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955.Το 1980 αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Έργα του, ιδιωτικά και δημόσια, μικρά και μεγάλα, βρίσκονται υλοποιημένα σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Το βιβλίο «Στα χρόνια της ομίχλης-Ιάσμη» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

 

Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s