Ο ήρωάς μου ο Αχιλλέας

«Ο Ήρωάς μου ο Αχιλλέας» Β.Ντελεκρού Εκδόσεις Γκοβόστης 2013 σελ.143

 

«…Ο Αχιλλέας επέλεξε να τρέχει γρήγορα , να τρέχει τόσο γρήγορα που ξεπερνά συχνά και τον ίδιο τον θάνατο, τον διασχίζει σαν βέλος, για να τερματίζει με ακόμη περισσότερα χρυσά μετάλλια. Εμείς πεθαίνουμε επειδή δεν θέλουμε να πεθάνουμε , εκείνος ζει επειδή τρέχει προς τον θάνατο. Ενώ εμάς μας πλησιάζει ο θάνατος, ο Αχιλλέας τον πλησιάζει με δυνατές κραυγές…»

 

Ο Αχιλλέας δεν είναι μόνον ο γιος της Νηρηίδας Θέτιδας και του Πηλέα, ούτε μόνον του Ομήρου , αλλά είναι επίσης και του Στάτιου , του Οβίδιου , του Οράτιου , του Ευριπίδη  και του Ρακίνα , του Γκαίτε και του Μπάυρον , του Ροτρού και του Μπενσεράντ , του Γκλουκ , του Μεταστάζιο , του Λυλί, του Δάντη και του Βοκκάκιου , του Ρονσάρ , του Σαίξπηρ , του Ρούμπενς , του Ενγκρ, του Φούσλι, του Λα Φονταίν, του Μπαρμπέ, του Κλάιστ , του Αριστοτέλη , του Γκραθιάν , του Αλαίν , της Σιμόν Βέιλ….

Ο Βινσέντ Ντελεκρού δεν επιθυμεί να προσθέσει το όνομά του σε έναν μακρύ κατάλογο καλλιτεχνών που εμπνεύστηκαν από τον Αχιλλέα. Αυτό που προσπαθεί να κάνει είναι να ανιχνεύσει τα πολλά πρόσωπα που αποδόθηκαν στον ήρωα του Ομήρου κατά τη διάρκεια των είκοσι οκτώ αιώνων της ύπαρξής του.

Στο φιλοσοφικό δοκίμιο «Ο Ήρωάς μου ο Αχιλλέας» του Βίνσεντ Ντελεκρού, ο Αχιλλέας είναι το alter ego  του συγγραφέα, είναι ο ήρωας της παιδικής μας ηλικίας , ένας  ήρωας που δοξάστηκε από την τέχνη όλων των εποχών και αγαπήθηκε για τη γνησιότητα και την απόφασή του να μην αφήσει το πεπρωμένο να αλλάξει τις επιλογές του. Ο ορισμός της γενναιότητας δόθηκε στη σκηνή που τον τοποθέτησε ο Όμηρος και στην οποία κλείστηκε χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες , χωρίς να λυγίσει στα παρακάλια –κι ακριβώς εκεί έγκειται η αξία του. Ο ήρωας αυτός , καθώς περνά μέσα από τους αιώνες αλώβητος και μόνος, συμβολίζει την επιθυμία του ανθρώπου να επιλέξει το τραχύ μονοπάτι και προβάλλει την τραγικότητα όσων τελικά πορεύονται στη ζωή  χωρίς να κάνουν εκπτώσεις στον κώδικα αξιών τους. Ο Αχιλλέας , υποστηρίζει ο συγγραφέας , δεν μας κερδίζει επειδή ο κώδικας των αξιών του είναι τέλειος , μας κερδίζει επειδή παραμένει πιστός σε αυτές τις αξίες , επειδή σέβεται τις επιλογές του , επειδή δείχνει αξιοθαύμαστη συνέπεια προς αυτές μέχρι τέλος κι επειδή τελικά πληρώνει συνειδητά το κόστος τους.

Όλοι τελικά λυγίζουμε κάτω από το βάρος του Αχιλλέα, τον έχουμε για πρότυπο και για κριτή , για μέτρο σύγκρισης και σημείο αναφοράς. Διαβάζοντας , ο αναγνώστης θα εισδύσει στα μύχια του εαυτού του, θα αναρωτηθεί , θα προβληματιστεί , θα αναθεωρήσει κάποια από τα δεδομένα του και τελικά θα καθαρθεί , γιατί ο Αχιλλέας είναι ήρωας του φωτός .Θα ανακαλύψει επίσης διαφορετικές συγκινήσεις , καθώς πρόκειται για ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό. Ο Ντελεκρού κάνει μια εκ βαθέων εξομολόγηση, την οποία μόνο ένας ήρωας με το διαμέτρημα του Αχιλλέα μπορεί να αναδείξει.

Οι πολλές πτυχές του καθενός από εμάς, οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες των άλλων που συχνά στενεύουν το περιθώριο των επιλογών μας και θέτουν υπό διαπραγμάτευση την ελευθερία μας, το αδυσώπητο του χρόνου, ο φόβος των γηρατειών και η αγωνία του θανάτου-ο Αχιλλέας τα ενσαρκώνει όλα!

Και καθώς ο Αχιλλέας γίνεται όλα όσα θαυμάζουμε κι όλα όσα φοβόμαστε , στέκεται απέναντί μας σιωπηλός. Η μορφή του όμως είναι ένας καθρέφτης του εαυτού μας –το είδωλό του είμαστε εμείς!!

 

«..Από όλους όμως τους θανάτους του Αχιλλέα , αναμφισβήτητα ο χειρότερος υπήρξε εκείνος που του επεφύλαξε η φιλοσοφία, η οποία τον απολίθωσε ζωντανό, ψαλιδίζοντας το τρέξιμό του σε σύντομες στατικές στιγμές : ο μεγάλος φονιάς του Αχιλλέα είναι ο Ζήνωνας ο Ελεάτης. Είναι αυτός που θα τον βασανίζει μέχρι την συντέλεια του χρόνου. Έβαλε  τον Αχιλλέα , που όταν ήταν παιδί έπαιρνε στο κατόπι την ελαφίνα και την έκανε να λαχανιάζει,  σε ένα γελοίο ανταγωνισμό : η χελώνα έγινε ο χειρότερος εχθρός του , το μόνο πλάσμα που ήταν καταδικασμένος να μην φτάσει ποτέ….»

 

«Ό Ήρωάς μου ο Αχιλλέας» είναι το καλύτερο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2013.Διαβάστε το.

 

Ο Βινσέντ Ντελεκρού γεννήθηκε το 1969.Ζει στο Παρίσι και διδάσκει φιλοσοφία. Άλλα έργα του είναι :«Έξω από την πόρτα» , «Το παπούτσι στον αέρα» κ.α.

 

Γράφει : Ο Κώστας Τραχανάς

Το αγόρι που μιλούσε με τους πλανήτες

«Το αγόρι που μιλούσε με τους πλανήτες» Κ.Μπαρνέτ Εκδόσεις Ψυχογιός 2013 σελ.403

 

Η πιο συγκινητική ιστορία του 2013.

Μια ιστορία , ενός αυτιστικού παιδιού , του Τζέικ, που είναι ένα παιδί –θαύμα.

Ο αυτισμός είναι ένας κλέφτης. Σου παίρνει το παιδί. Σου αρπάζει την ελπίδα, σου κλέβει τα όνειρα….

Η ιστορία του Τζέικ είναι μία αμερικανική καλή ιστορία. Είναι η ιστορία για ένα παιδί που οι δασκάλες ειδικής αγωγής δεν πίστευαν ότι θα μιλούσε και ότι θα μπορούσε να μάθει να διαβάζει. Ένα παιδί που με τη βοήθεια και την φροντίδα , κυρίως της μητέρας του, Κριστίν Μπαρνέτ , μπόρεσε να ξεδιπλώσει τις φτερούγες του και να πετάξει πέρα από τον ορίζοντα,  πέρα από τις πιο τρελές του προσδοκίες, να καλλιεργήσει την ασύλληπτη ιδιοφυία του και τις κρυφές του δυνατότητες .Είναι αυτή η Κριστίν που μαζί με άλλους γονείς με αυτιστικά παιδιά έφτιαξαν «τον χώρο του Τζέϊκομπ», μια μη κερδοσκοπική εταιρεία , ένα κέντρο ψυχαγωγίας για αυτιστικά παιδιά. Η  μάνα-Κριστίν είναι μια σύγχρονη  ηρωίδα-μάνα.

Ο Τζέικ είναι ένα παιδί που νιώθει την ανάγκη να εξηγήσει στους άλλους πώς λειτουργεί ο κόσμος, που θέλει να βοηθήσει τους ανθρώπους να βρίσκουν λύσεις σε πρακτικά και χειροπιαστά προβλήματα ,που προσπαθεί να κατανοήσει τις κυβερνώσες εξισώσεις πίσω από το Σύμπαν, που έγινε ο νεότερος ερευνητής στην αστροφυσική, που μπόρεσε να λύσει σε ηλικία ένδεκα ετών, μέσα σε δύο ώρες, ένα ανοιχτό πρόβλημα στα μαθηματικά, που κανένας δεν είχε μπορέσει να το λύσει για χρόνια και που το πρόβλημα αυτό ήταν πολύ σημαντικό στην τεχνολογία οπτικών ινών και η εργασία του «Προέλευση της μεγίστης θραύσης της συμμετρίας σε ομοιόμορφα χωροχρονικά συμμετρικά πλέγματα» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Φυσικής Physical Review A , που γράφει βιβλία για να βοηθήσει τα παιδιά που έχουν φοβία απέναντι στα μαθηματικά, που θέλει και όλα τα άλλα παιδιά να δουν την ομορφιά των μαθηματικών και της επιστήμης, που έψαχνε να βρει πώς το φως ταξιδεύει στο χώρο, που θέλει να βρει τους κανόνες που διέπουν την κίνηση των αντικειμένων στο χώρο , που ψάχνει για το ρόλο που παίζει ο χρόνος, που έγινε δέκα χρονών επί πληρωμής ερευνητής στην κβαντική φυσική στο κολέγιο  IUPUI , που βλέπει πέρα από ότι μπορούμε οι περισσότεροι να αντιληφθούμε με τη νόησή μας , που μπορεί να συλλάβει αντικείμενα σε περισσότερες διαστάσεις από τρεις, που έκανε τόσο μικρός οχτώ πρωτότυπες έρευνες σε διαφορετικούς κλάδους μαθηματικών και  φυσικής, που έχει προηγμένες ικανότητες οπτικοχωρικής γνώσης και μια εκπληκτική προσοχή στην υλική λεπτομέρεια, που «κάνει μαθηματικά» σε πολλές , πάμπολλες διαστάσεις, που δυο χρονών ο Τζέικ μπορούσε να κοιτάξει έναν χάρτη για ένα δυο λεπτά και μετά να χαράξει στην μητέρα του –οδηγό μια άψογη πορεία στο κέντρο του Σικάγου, ένα ζωντανό… GPS, που έχει τούρμπο μνήμη  εργασίας, αλλά  όμως  δυσκολεύεται να θυμηθεί μυρουδιές  και συζητήσεις, ενώ δεν χρησιμοποιεί ποτέ του φύλλο με τύπους, γιατί απομνημονεύει χιλιάδες μαθηματικούς τύπους, που απαγγέλλει από μνήμης έναν αριθμό με διακόσια ψηφία, που δεν θυμάται τόσο μια γνώση , όσο ξαναζεί τη μάθησή της , κι αυτός είναι ο λόγος που δεν χρειάζεται να την απομνημονεύσει για να την ανακαλέσει έπειτα από μια εβδομάδα, ή ένα χρόνο, που δωδεκάχρονος μελετά κβαντική θεωρία πεδίου, που έχει πιάσει το ανώτατο όριο στο τεστ νοημοσύνης Στάνφορντ-Μπίνετ, που δεν έχει υπάρχει  τίποτα υπερφυσικό στον Τζέικ , που δεν δείχνει αλλιώτικος από άλλα συνομήλικά του παιδιά, που ζει σε ένα καλαμποχώραφο στην Ιντιάνα , που πηγαίνει σε δημόσιο σχολείο και δεν πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο του Μανχάταν, που δέχεται από όλο τον κόσμο προσφορές για δουλειά και υποτροφία , που έχει χιούμορ και λέει ανόητα ανέκδοτα με ξανθές, που είναι ικανός για αληθινή συζήτηση, αλλά δυσκολεύεται να διαβάσει λογοτεχνία, διότι το να διαβάζει μια φανταστική ιστορία είναι σαν να μετατρέπει ένα έγγραφο του Microsoft Word σε … φύλλο εργασίας Excel, που όταν διδάσκει φοιτητές μεγαλύτερους του  λογισμό ΙΙ το διασκεδάζει, που απομνημονεύει  διακόσια δεκαδικά ψηφία του π ή σταματά στα τριάντα εννιά δεκαδικά ψηφία του π ,επειδή λέει ο Τζέικ, με 39 δεκαδικά σημεία ,μπορείς να υπολογίσεις την περίμετρο του ορατού σύμπαντος ως ένα άτομο υδρογόνου, που μεταπηδά με ευκολία από τη γενική θεωρία της σχετικότητας στη σκοτεινή ύλη , τη θεωρία χορδών , τη βιοφυσική , το κβαντικό φαινόμενο Hall και τις εκλάμψεις ακτίνων γάμμα, που είναι ο μόνος σπουδαστής στην πανεπιστημιούπολη που για να μεταφέρει από μια αίθουσα στην άλλη, όλα τα βιβλία μαθηματικών και θετικών επιστημών , χρησιμοποιούσε βαλίτσα με ροδάκια,  που έγινε μέλος της Μένσα , του διεθνούς οργανισμού για άτομα με υψηλό δείκτη νοημοσύνης  και της πιο κλειστής ομάδας ατόμων με υψηλό δείκτη νοημοσύνης, την Ίντερτελ, που ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ, που επικοινωνούσε με τον δρα Σκοτ Τρεμέιν , έναν παγκοσμίου φήμης αστροφυσικό στο Ινστιτούτο Ανώτερων Μελετών του Πρίνστον , στο Νιου Τζέρσι , όπου δίδαξε ο Αϊνστάιν μέχρι τον θάνατό του , που ονειρεύεται υπερκύβους, που συμμετάσχει σε μια λέσχη μαθηματικών για μαθητές του λυκείου και  συντόνιζε και  προγύμναζε τους μαθητές για τη Μαθηματική Ολυμπιάδα, που  από την Τρίτη δημοτικού τον στείλανε οι γονείς του να σπουδάσει σε κολέγιο, που την οικογένειά του είχε χτυπήσει η οικονομική ύφεση του 2008, που έκανε σε ηλικία τριών χρονών το λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ πριν από την ταμία, που χρησιμοποιούσε το εκπληκτικό του μυαλό για να προσφέρει κάτι σημαντικό στην ανθρωπότητα, που έγραφε σαν τρελός σε ένα παράθυρο γεμίζοντας τα τζάμια μαθηματικά σύμβολα και εξισώσεις , ενώ μέσα από το παράθυρο έβλεπε συνομήλικά του παιδιά να παίζουν στο πάρκο , να κυνηγιούνται , να κρέμονται ανάποδα στις κούνιες…..

 

 «Το αγόρι που μιλούσε με τους πλανήτες» είναι η ιστορία του ταξιδιού μιας μητέρας συντροφιά με τον αξιοθαύμαστο γιο της. Είναι μια ιστορία  για τον αυτισμό, για γονείς που παλεύουν για τα παιδιά τους και το κάνουνε από αγάπη ,για  την φιλία , για  την κοινωνική αλληλεπίδραση στην κοινότητα , στην ομαδική δουλειά , για τον αυτοσεβασμό, είναι μια ιστορία  για τη δύναμη της ελπίδας και τις εκπληκτικές προοπτικές ,που μπορούν να υπάρξουν όταν είμαστε ανοιχτόμυαλοι και μαθαίνουμε πώς να αντλούμε μέσα από κάθε παιδί τις δυνατότητες που αληθινά έχει.

 

Πρόκειται για Αριστούργημα.

 

 

Η Κριστίν Μπαρνέτ ζει στην Ιντιάνα με το σύζυγό της, Μάικλ, και τα τρία παιδιά της. Το 1996 ίδρυσε την Ακαδημία Acorn Hill, ένα ίδρυμα που παρείχε φροντίδα στα παιδιά των οικογενειών της περιοχής. Τώρα , χάρη στην περιπέτεια και στην έμπνευση που άντλησαν από το ιδιαίτερο παιδί τους , η Κριστίν και ο Μάικλ διευθύνουν ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα για αυτιστικά παιδιά και παιδιά με ειδικές ανάγκες .Το ίδρυμα ονομάζεται «Το σπίτι του Τζέικομπ».

 

Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς

 

Μια κοπέλα στο τρένο κοιτάζει έξω από το παράθυρο

«Μια κοπέλα στο τρένο κοιτάζει έξω απ΄το παράθυρο»

Π.-Σ.Αρχανιώτη Ποίηση Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011 σελ.62

 

Η Πηνελόπη Στυλιανή Αρχανιώτη γράφει ποίηση, για  έναν σύγχρονο κόσμο ,τερατώδες και παραμορφωμένο, γράφει για όλα αυτά που είδε και βλέπει γύρω της , γράφει ποίηση για τα φιλεπίστροφα πάθη των ανθρώπων.

Η γραφή της Πηνελόπης Στυλιανή Αρχανιώτη , εστιάζεται στα μικρά και τα καθημερινά , θέτει στο κέντρο τον σύγχρονο κατακερματισμένο και αλλοτριωμένο άνθρωπο .

Με γλώσσα απλή , φυσική και εκλεπτυσμένη , μιλάει για τον πόνο  και την ομορφιά που υπάρχει γύρω της. Η ποίηση της ανάγει σε σημαντικό το ανείπωτο , αναδεικνύοντας την ομορφιά που κρύβει μέσα του το τραγικό , το ελάχιστο , το παραμελημένο, το πονεμένο.

Συλλαμβάνει η ποιήτρια κύριες πτυχές του εαυτού της και του κόσμου, για να τις καταστήσει εν συνεχεία προσιτές στον αναγνώστη, έχοντάς τες προηγουμένως περάσει μέσα από τεθλασμένους , παραμορφωτικούς , καθρέφτες, ώστε ο λόγος της να ακουστεί όσο διφορούμενος χρειάζεται για τη συσκότιση της έκτασης που καλύπτουν τα ποιήματά της, καθώς και για τη δημιουργία ηχητικών –μουσικών περισπασμών.

Ρίχνει τα ποιήματά της η ποιήτρια ως «σωσίβιο» στον άνθρωπο ,που βουλιάζει στην γκρίζα καθημερινότητα του βίου του.

Τα ποιήματα της εκφράζουν, με εξαιρετικά εναργείς, συμπαγείς εικόνες και σύντομες, πυκνές φράσεις, μια στοχαστικότητα που φαίνεται να τροφοδοτείται από μια συγκρατημένη αλλά βαθιά μελαγχολία.

Ο χρόνος , ο χώρος , το παρόν και το παρελθόν , ο έρωτας ,η φιλία, η φυγή, ο καταναλωτισμός, η σκληρότητα της ταξικής και στείρας νοοτροπίας, οι ανυπολόγιστοι κίνδυνοι των προσωπικών σχέσεων , οι ανεπανόρθωτες ψυχικές βλάβες, τα ερωτικά πάθη , τα ακυρωμένα κοινωνικά ταμπού, η διεκδίκηση του δικαιώματος στο ουρλιαχτό ,τα δελτία των οκτώ, τα Mall ,τα  τρένα και τα αεροπλάνα, οι σύγχρονες οικιακές συσκευές, οι βρόμικες πόλεις, η φτώχεια, οι ρακοσυλλέκτες και οι άστεγοι της γειτονιάς ,η ανέχεια, η αγριότητα, η φρίκη , η βία, η αναισθησία, η ματαιοδοξία , η πληγή, το ρήγμα, η απόσταση, η μεταστοιχείωση και η καταστροφή του σώματος, η θλίψη , η μελαγχολία, η υστερία, ο θυμός, ο φόβος, η τρυφερότητα , η συγχώρηση, η αγάπη και κυρίως η αθωότητα είναι θέματα που απασχολούνε την ποιήτρια.

Μέσα από τα ποιήματά της η Πηνελόπη Στυλιανή Αρχανιώτη μας μιλάει : για την μίζερη βολεμένη ζωή των μικροαστών , για τα δεινά των ανθρώπων που ζούνε στις  μεγαλουπόλεις, για τον ακάματο έρωτα, για τις ματαιωμένες υποσχέσεις, για τα πολύχρωμα και με παιδική αθωότητα   όνειρά μας , για  τα παγκάκια που μένουν πάντα εκεί ,για τη μουσική που ακούγεται από την ωδή των βράχων, για τον απέραντο πόνο των ανθρώπων , για τα ρυτιδιασμένα πρόσωπα και τις πλαστικές εγχειρήσεις, για  τους σύγχρονους λύκους  και τις νέες κοκκινοσκουφίτσες, για το κοριτσάκι με τα σπίρτα που δεν είναι πια εδώ, για τα κενά βλέμματα των ανθρώπων και την αφόρητη σιωπή που βουίζει στα αυτιά τους,  για αυτούς που κοιτάζουν τους γυμνούς τοίχους των δωματίων των σύγχρονων διαμερισμάτων, που μοιάζουν με κελιά φυλακών ή μοναστηριών, για αυτούς που οι γονείς τους  δείχνουν δρόμους που δεν μπορούνε να ακολουθήσουνε, , για αυτούς που χάνονται στα σταυροδρόμια  της ζωής γιατί δεν έχουν… gps , για αυτούς που τρέχουν να προλάβουν τη ζωή, για αυτούς που σκοτώνουν τη σκιά τους ή για αυτούς που μπαίνουνε στο τέμενος του Λυκαίου Διός και δεν έχουν καθόλου σκιά, για αυτούς που σκοτώνουν τον εαυτό τους με μια βελόνα,  για αυτούς που παίζουν κρυφτό με τη καταγάλανη μοναξιά τους και  για αυτούς που η μοναξιά τους  απειλεί με απολίθωση, για αυτούς που ξέρουν ότι οι τοίχοι και οι απροσπέλαστοι άνθρωποι είναι ένα , για αυτούς  που ξαποσταίνουν στις ψηλές κορυφές των βουνών και στα λευκά σύννεφα του ουρανού για να  βλέπουν τον κόσμο από ψηλά,   για αυτούς που είναι παγιδευμένοι και δεν βρίσκουν τρόπους διαφυγής, για αυτούς που συνέχεια ταξιδεύουν και πιστεύουν ότι το ταξίδι θα τους δείξει  τον τρόπο να βρούνε τον προορισμό τους , για εκείνους που ξέρουν ότι η λειτουργία των ταξιδιών  είναι η κοινοποίηση όσων έχουν βιώσει , διότι χωρίς κοινοποίηση το ταξίδι δεν είναι ταξίδι, για αυτές που πηγαίνουν κοντά στον αγαπημένο τους, αλλά ξέρουν πως διαρκώς θα τις διώχνει και είναι έτσι μαθημένες πάντα να φεύγουν, για αυτούς που γνωρίζουν το επικίνδυνο παιχνίδι του έρωτα που πυροδοτεί τη φαντασία , αναποδογυρίζει τον νου και υψώνει τους πόθους στον χώρο του θαύματος,  για αυτούς που ξέρουν ότι  οι μεταμορφώσεις είναι ένας τρόπος διάσωσης μες στον χρόνο, για αυτούς που εξυμνούν την νύχτα του ονείρου αλλά και του εφιάλτη , του ποιητή αλλά και του κακοποιού ,  των φασμάτων αλλά και των φαντασμάτων ,την νύχτα των αντιθέτων,   για αυτούς που ξέρουν ότι εκεί που υπάρχει πνιγμός , βρίσκεται και ο λυτρωμός,  για αυτούς  που χτυπάνε γροφιές τους τοίχους ή προσπαθούν με τα χέρια  να σχίσουν το στομάχι τους, για αυτούς που δεν παρασύρονται από τον πόνο , τον θρήνο και τον οίκτο των άλλων , για αυτούς που οι ενοχές τους  σαρακώνουν , για αυτούς που   ξέρουν να μην πετάνε την αγάπη και την ελπίδα ,για αυτούς που πιστεύουν ότι η ποιήτρια ελαττώνει τη μοναξιά της ζωής αλλά δεν ξέρουν ότι για χάρη της γραφής θα βυθιστεί και αυτή ολόκληρη μέσα της ….

 

Όταν προσφέρεις μια εναλλακτική πρόταση στη ζωή υπό τις διάφορες μορφές της, είναι σαν να αντιμάχεσαι σταθερά τη ζωή, σαν να ανατρέχεις σταθερά σ’αυτή :  και τούτο αποτελεί την υψηλή αποστολή που αναλαμβάνει ο ποιητής πάνω στη γη. Την αποστολή αυτή η Πηνελόπη Στυλιανή Αρχανιώτη την έφερε εις πέρας.

 

Η Πηνελόπη Στυλιανή Αρχανιώτη γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής το 1982.Σπούδασε νομικά στην Αθήνα .Εργάζεται ως δικηγόρος. Το «Μια κοπέλα στο τρένο κοιτάζει έξω απ΄το παράθυρο» είναι το πρώτο βιβλίο ποίησης που εκδίδει.

 

Γράφει : Ο Κώστας Τραχανάς

H Γαλλίδα δασκάλα

«Η Γαλλίδα δασκάλα» Ν.Γιώτης Εκδόσεις Ψυχογιός 2013 σελ. 242

 

«…Λάγνες είναι όσο ποτέ οι γυναίκες , μα ασθενικότατοι οι άντρες , αφού ο Σείριος τους ξεραίνει το κεφάλι και τα γόνατα , κι είναι το δέρμα μαραμένο από την κάψα» (Ησίοδος, Έργα και ημέρες).

 

Η λησμονιά μας συντροφεύει τόσο παράξενα στη διάρκεια της ζωής μας. Κάποτε ο καιρός μας την στερεί , αρνούμενος στη μνήμη μας τη σχόλη. Κολλημένοι μες στην οδύνη μας προχωρούμε κατάφορτοι , σαν ακινητοποιημένοι στον χρόνο. Άλλοτε πάλι, κι ενώ θα θέλαμε τόσο πολύ να διατηρήσουμε εντός μας μια εικόνα, ένα αγαπημένο πρόσωπο, ένα άρωμα, μια κουβέντα , η λησμονιά μας τα υφαρπάζει ανεπαισθήτως.  Υπάρχουν θησαυροί που χάνονται έτσι δια παντός κι έχουμε άδικο να ισχυριζόμαστε τόσο συχνά «ποτέ δεν θα ξεχάσω». Ποιος το γνωρίζει αυτό ;

Σχεδόν δεν τον ακούει πια τον τόνο της φωνής της Μπριζίτ, ο Άγης, τα δάχτυλά του δεν γνωρίζουν πια την αφή του δέρματός της και θα ήταν ανήμπορος να σχεδιάσει το ωραίο της χαμόγελο, που σχηματιζόταν τακτικά και στο δικό του πρόσωπο. Γραπώνεται από τις φευγαλέες στιγμές ,που αποκαθιστά η μνήμη του, πρέπει όμως να παραδεχτεί ότι όλο και πιο πολύ του τις αρνιέται. Όσο για την οδύνη , δεν υποχώρησε καθόλου. Η παραμικρότερη λεπτομέρεια εκείνης της καλοκαιρινής εβδομάδας του 1961, μοιάζει να έχει εγγραφεί όχι στη μνήμη του, αλλά στο σώμα του….

 

Το βιβλίο «Η Γαλλίδα δασκάλα» ,του συμπατριώτη μας Ντίνου Γιώτη ,μιλάει για μια ομάδα   παιδιών του  Αρτινού κάμπου με το παραμικρό ύψωμα ,που θυμίζει ότι τα τοπία των παιδικών μας χρόνων περιορίζονται σε μια γραμμή , στον ορίζοντα….

Στο βιβλίο του Ντίνου Γιώτη διαβάζουμε ένα ωραίο παραμύθι της παιδικής μας ηλικίας. Για τη παιδική φιλία που δεν ξεριζώθηκε , για τα  παιδιά που κοιτάνε τα άστρα, για τις λάγνες γυναίκες , για τους πρώτους πραγματικούς ή φανταστικούς έρωτες μας  και για την εποχή των κυνικών καυμάτων .

Ο «χλωρός παράδεισος» των παιδικών χρόνων με άρωμα πορτοκαλιάς και αγριολούλουδα του καλοκαιριού-ίνουλες, καμπανούλες, μενεξέδες και ανεμώνες- καθρεφτιζόταν , εκεί , με τα παραμυθένια λόγια , στα μαύρα μάτια του μικρού  Άγη ,που έλαμπαν σαν τον Σείριο , του Μεγάλου Κυνός, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού  ….

Είναι εικόνες που επί δεκαετίες είχαν περάσει στη δικαιοδοσία της μνήμης. Μέχρι που πενήντα χρόνια μετά , έρχεται ο καιρός ώστε να γίνουν οριστικά σκιές . Αγγίζει τεκμήρια του παρελθόντος ,που «ως όναρ» διαλύθηκαν. Η πρώτη ερωτική επαφή υπήρξε το κυρίαρχο γεγονός της ζωής του Άγη , που στην πραγματικότητα δεν βγήκε ποτέ μέσα από αυτήν. Πρόκειται για μια στάση. Τα σχέδια για μακρινά ταξίδια και αποδράσεις ήταν ως επί το πλείστον ασκήσεις του νου. Η πρώτη ερωτική επαφή δεν φθείρεται .Γιατί είναι φτιαγμένη από το υλικό που είναι φτιαγμένες οι λέξεις , η φαντασία, η επίνοια, το ύφος, η γνώση , η συγκίνηση , η αθωότητα.

Κάθε ευτυχισμένη παιδική μνήμη ενός κόσμου ανοιχτού , αισθησιακού, συντροφικού, γεμάτου αγγίγματα και υποσχέσεις αιώνιας αγάπης , γίνεται αργότερα πρόσφυγας στο στρατόπεδο ,που είναι η υποχρεωτική μετάβαση στον ενήλικο κόσμο. Γίνεται πρόσφυγας στην πόλη της πραγματικότητας , πρόσφυγας στις διαμονές της απώλειας….

 

Πώς μια όμορφη γυναίκα μπορεί να αναστατώσει τους άνδρες ενός χωριού της Άρτας ,στη δεκαετία του ΄60 ;Μπορεί ο Σείριος να τρελάνει τους άντρες του χωριού;

Τι αναζητούσε ο Άγης στο τοπίο των παιδικών του χρόνων έπειτα από μισό αιώνα; Γιατί επέστρεφε στο γενέθλιο τόπο του; Τι τον έσπρωξε σε αυτό το ταξίδι της επιστροφής ; Που πήγε η παιδική του ηλικία  ; Γιατί προσπαθεί να κοιτάξει μέσα από μια ραγισματιά του χρόνου ,το παρελθόν του; Τι ήταν αυτό που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του;

Τι έγινε εκείνο να βράδυ  του καλοκαιριού του 1961;  Ποιος ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου  «Γυνή Πυγοστόλος» ,που βασιζόταν στη συμβουλή του μισογύνη Ησίοδου «Μηδέ γυνή σε νόον πυγοστόλος εξαπατάτω»;

 

Εκείνο το καλοκαίρι του 1961 ,ήταν για τον μικρό κεντρικό ήρωα του βιβλίου, τον  Άγη και τους αδελφικούς του φίλους  (  οι δίδυμοι ,Κοσμάς και Δαμιανός και ο  Φάνης) ,μια μαγική παρένθεση. Ήταν τότε που παιδιά με κοντά παντελόνια , λευκό φανελάκι με τιράντες και λαστιχένια πέδιλα,  ανεβαίνουνε σε ένα κρυφό καταφύγιο, πάνω στο  δεντρόσπιτο, στην γέρικη φτελιά , που οδηγούσανε το φανταστικό τους διαστημόπλοιο σε άλλους γαλαξίες, που ψάχνανε κάποιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό, που μετράγανε… τα άστρα, που θαυμάζανε σε παλιά περιοδικά τις σέξι πόζες της Μπριζίτ Μπαρντό, που σκαρφαλώνουνε στην κορυφή μιας ψηλής λεύκας και αφήνονται στο λίκνισμα του αέρα ,  που κάνανε βουτιές σε έναν βαθύ όβρο του ορμητικού Άραχθου, που  κολυμπούσαν γυμνοί  σε μια μαγική μυστική λιμνούλα, με καταπράσινα νούφαρα, στο μέσον του απέραντο πορτοκαλεώνα, που το σκάζανε αξημέρωτα από τα σπίτια τους, με τα ποδήλατα Velamos και κάνανε λαχανιασμένα και ιδρωμένα, ορθοπεταλιές , που τριγυρίζανε  μέσα στους μπαξέδες και ξαπλώνανε στο υγρό χορτάρι και πλημμύριζαν οι αισθήσεις τους από την ευωδιά των λεμονανθών και το βούισμα των μελισσών , που τρώγανε ψωμί ζυμωμένο από τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους ,στην μοναδική λεκάνη που διέθετε το σπιτικό τους , που  στην ίδια τσίγκινη λεκάνη, γεμάτη με νερό, βουτάγανε τη σαμπρέλα του παμπάλαιου ποδηλάτου, για να βρούνε την τρύπα από όπου έχανε αέρα,  που ψαρεύανε στο ποτάμι με αυτοσχέδιες πετονιές, που παίζανε τόσα παιχνίδια,  που σκαρφαλώνανε τον μαντρότοιχο του παλιού πέτρινου αρχοντικού , για να κλέψουν φρούτα , που καπνίζανε γόπες ,από τσιγάρα άφιλτρα « Έθνος», που χαζεύανε αυτούς που οδηγούσανε κατακόκκινη γυαλιστερή Floretta, που επειδή τους έκοβε η πείνα έτρωγαν λαίμαργα σαγκουίνια , με τον κόκκινο σαν αίμα χυμό τους να κυλάει στα σαγόνια και στα ρούχα τους , που γεύονταν το πρώτο τους φιλί, που βοηθούσανε μια όμορφη γυναίκα να λουστεί κάτω από μια κατακόκκινη αντλία, που είχαν την κοινή φαντασίωση για τη Γαλλίδα δασκάλα να κάνει γυμνή μπάνιο ,  που τα γόνατά τους παραλύουν και το στομάχι τους σφίγγεται από την πείνα , από την κάψα του καλοκαιριού και από τον έρωτά τους για τη Γαλλίδα δασκάλα, που ακούνε και δεν μπορούν να πιστέψουν φανταστικές ιστορίες του χωριού, που λένε ότι η ομορφιά της δασκάλας ήταν τέτοια , που όταν μπαίνει γυμνή στο νερό , τα αηδόνια στα γύρω δέντρα σταματούν… το κελάηδημα και ο επιστάτης του κτήματος που την είδε έχασε…. το φως του ,που ακούνε από τους γεροντότερους  ιστορίες με δαίμονες και στοιχειά, που διαβάζουνε περιοδικά : Μικρός Κάου-μπόυ, Μικρός Σερίφης, Γκαούρ-Ταρζάν , Μάσκα, Μυστήριο,Φλας Γκόρντον, Κλασσικά Εικονογραφημένα και που τελικά  βγάζουν την γλώσσα  τους στον χρόνο…..

 

Μπριζίτ , η πέτρα του σκανδάλου. Η Γαλλίδα δασκάλα Μπριζίτ ,ήταν μια εικοσάχρονη πανέμορφη  κοπέλα ,  με καστανόξανθα μαλλιά , με μεγάλα πράσινα μάτια και λευκό δέρμα. Η Μπριζίτ ήταν γραμματέας της εταιρείας του αρτινού μεγαλοκτηματία Βάιου Παπάζογλου στην Αθήνα και δασκάλα Γαλλικών του παιδιού του . Δέχτηκε να έρθει στο χτήμα του Βάιου στην Άρτα, για μερικές εβδομάδες του καλοκαιριού ,για να διδάξει γαλλικά ,στο γιο του ,Βλάση. Ο Βάιος την έκανε δασκάλα του παιδιού του, για να την έχει κοντά του και τα καλοκαίρια .Είχε χάσει το μυαλό του  με την Μπριζίτ. Ήταν τρελά ερωτευμένος. Δεν υπολόγιζε καθόλου την γυναίκα του, την Λευκοθέα, ούτε το γιό του, αλλά ούτε και την κατακραυγή της τοπικής κοινωνίας.

Έξυπνη , θεληματική, δυνατή , υπερβολικά όμορφη, η Μπριζίτ, με ένα κορμί υπέροχο, αλαβάστρινο , χυμώδες, μπορούσε να διαλέξει μια άλλη ζωή, από αυτήν που της πρόσφερε ο Αρτινός γαιοκτήμονας , όμως αρεσκόταν στον ρόλο της υποταγμένης ερωμένης , γιατί αγαπούσε υπερβολικά το χρήμα. Ήθελε επίσης να την ερωτεύονται όλοι οι άνδρες . Το κορμί της Γαλλίδας δασκάλας εκπλήρωνε τις επιθυμίες όλων των ανδρών του μικρού χωριού . Οι σαρκικές επιθυμίες τους, τάραζαν κάποιες νύχτες ,στα φτωχικά σπιτικά τους. Όλα τα αρσενικά του χωριού θέλουν να την εντυπωσιάσουν και να την κερδίσουν .Στη θέα της όμορφης γυναίκας μπερδεύουν τα λόγια τους και τις σκέψεις τους.

Δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω της ο Άγης, ο Φάνης ,οι Δίδυμοι, ο Σταύρος , ο Βάϊος και φαντασιώνονται διάφορα .

Ερωτεύτηκε η Μπριζίτ και τον μηχανουργό του χωριού, τον  Σταύρο, που της έστελνε ανορθόγραφα ερωτικά γράμματα . Αν και μεγαλύτερη ,μυεί στον έρωτα και τον δωδεκάχρονο Άγη…..

Υπάρχει μια στιγμή που η φαντασία εκδικείται την πραγματικότητα , τα φαντάσματα , έστω για λίγο γαληνεύουν .Υπάρχει μια στιγμή που γεύεται κανείς την παρηγοριά , με την ψυχή και με το σώμα, πραϋντική ως το μεδούλι των κοκάλων.

Ώσπου ένα βράδυ…..

Ο Άγης μεγάλωσε και έγινε επιμελητής εκδόσεων σε έναν εκδοτικό οίκο, που τυπώνει έργα ζωγράφων. Ο Άγης , πλησιάζει πια  τα εξήντα. Απομακρύνθηκε πολύ από την παιδική ηλικία. Ήταν σαν να έλεγε αντίο σε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του , για πάντα. Όλα πια  του φαίνονται τόσο μακρινά… Η μνήμη των ερωτικών εκείνων στιγμών, που η φωνή της δασκάλας τον χάιδευε αποτελεσματικότερα απ΄ότι τα δάχτυλά της ,αφυπνίζει ένα σωρό ενθυμήσεις μέσα του….

Ο Άγης θυμάται ότι η Μπριζίτ ήταν μια γυναίκα μεγαλύτερή του. Ήθελε να την αγαπήσει. Είχε αποφασίσει να την αγαπήσει .Είχε ο ένας ανάγκη τον άλλον, θέλανε να ζήσουνε. Αφηνόταν στην αγκαλιά της άνευ όρων , έγινε η μούσα του , ήταν  αυτή που τον μύησε στον έρωτα . Ήταν η γυναίκα που φαντασιωνόταν το καλοκαίρι των παιδικών του χρόνων , η πρώτη γυναίκα που άγγιξε, η γυναίκα που τον οδήγησε στον πρώτο οργασμό της ζωής του, που ξάπλωσε λίγα  βράδια δίπλα του ,που χανόταν μαζί της σε ανεξερεύνητα μονοπάτια λαγνείας. Επιθυμούσε το κορμί της .Η επιθυμία να είναι μαζί της , όσο πιο κοντά της γίνεται, δεν έφυγε ποτέ από μέσα του .Εκμηδενισμένος από σώμα σε σώμα. Αγάπησε την δασκάλα με όλη τη δύναμή του , την αγάπησε με όλο του το κορμί .Και όμως του δόθηκε τόσο λίγο. Η ζωή του άλλαξε για πάντα , τον αναστάτωσε σε βαθμό ιλίγγου και τελικά έκανε τον μικρό Άγη, να ερωτευτεί τη Γαλλίδα δασκάλα ,τόσο βίαια και τόσο βαθιά, που δεν συνήλθε ποτέ στη ζωή του .

Την είχε ανάγκη , ήταν η τύχη του, δεν ήταν ο γοητευτικός πρίγκιπας της,  θα της διασφάλιζε όμως το μέλλον που ονειρευόταν .Ήταν η μόνη γυναίκα που θα τον βοηθούσε να καταφέρει να πετύχει στη ζωή του .Η Γαλλίδα δασκάλα θα γινόταν η γυναίκα του. Σε αντάλλαγμα εκείνος θα  της έδινε την ευκαιρία της ζωής της, μιας ζωής από μέλι και γάλα….

 

Φρικιαστικοί ζωγραφικοί πίνακες, ένα παλιό  δίπατο πέτρινο  αρχοντικό , ένας κρυμμένος παράδεισος, μια ιστορική πόλη, η Άρτα ,με το λόφο με τα πεύκα , τον χρυσό πορτοκαλεώνα, το ιστορικό της  γεφύρι και το ορμητικό ποτάμι της ,μια γαλάζια λίμνη, μια απόμακρη γυναίκα , ένας βίαιος μεγαλοκτηματίας, αθώα παιδιά, ερωτευμένα δωδεκάχρονα, σατανικές ερωμένες, σαρκικές επιθυμίες, μοιραία και κρυμμένα μυστικά , θαμμένα συναισθήματα και ανομολόγητες επιθυμίες, κρυμμένοι πόθοι , φαντάσματα στοιχειωμένων κοριτσιών , ανέκφραστοι και σιωπηλοί έρωτες,  μια δίκη , μια ψευδομαρτυρία,  μια αποπλάνηση ανηλίκου, ένας φόνος και

ελιές ,πεύκα ,κυπαρίσσια, πλατάνια ,ιτιές, λυγαριές, πορτοκαλιές, λεμονιές ,κιτρολεμονιές, νερατζιές, κυδωνιές,  μανταρινιές,  αχλαδιές, κερασιές, καρυδιές, πλατάνια, χαμομήλια, χρυσά γαϊδουράγκαθα,  ροζ ορτανσίες, πάλλευκες γαρδένιες, μοβ μπουκαμβίλιες, κότσυφες, λευκές κουκουβάγιες,    χωριάτικο ζυμωμένο ψωμί, φρέσκα αυγά από το κοτέτσι,  γάλα από τις κατσίκες, μέλι από το μελίσσι, χυμό από στυμμένα πορτοκάλια , βαθιά γαβάθα γάλα με τριμμένο ψωμί ,  όλα αυτά αποτελούν ένα  πολυσύνθετο μωσαϊκό, μνήμες και εικόνες , από στιγμές και σκηνές της ζωής περασμένης και ξεχασμένης, ιστορίες που αφήνουν μια γλυκιά γεύση στο στόμα, σαν τις καραμέλες βουτύρου της παιδικής μας ηλικίας….

 

Το βιβλίο «Η Γαλλίδα δασκάλα » είναι ένας ύμνος στον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας και στο μαγικό χαλί  της παιδικής αθωότητας , ένας ύμνος σε παλιούς καιρούς και δρόμους ξεχασμένους, ένας ύμνος στον έρωτα( Ο Έρωτας. Τόσο  εύκολος, τόσο δύσκολος, τόσο απρογραμμάτιστος), ένας ύμνος σε αυτούς που αγαπήσαμε πάντα , αιώνια και πέρα από το χρόνο, ένας ύμνος στους έρωτες που έχουμε στερηθεί, ένας ύμνος σε ό,τι αγαπήσαμε και δεν κακοφόρμισε και δεν χάθηκε και έγινε φάρμακο να μας γιατρεύει και νερό να μας ξεδιψάει …..

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ταξίδι και μια αναζήτηση της αληθινής  ζωής. Αυτό το ταξίδι είναι ένα ταξίδι προς τα πίσω , ίσως προς τα εκεί από όπου ξεκίνησες , σε μικρότερη ηλικία, σε άλλο τόπο, στην αρχική σου επιθυμία και ανάγκη, προς τη δημιουργικότητα , την φιλία , την οικογένεια, την αγνή και την απλή ζωή , την πηγή της χαράς , του αγνού και άδολου έρωτα.

Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τις δικές του αγαπημένες  μνήμες , οι οποίες έμειναν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου και συνιστούν μέρος της ύπαρξής του.

Το βιβλίο αυτό λειτουργεί ως παρηγορητικό αντίβαρο , ως παρηγορητική ματιά στην σύγχρονη μίζερη καθημερινότητα , προσφέροντας ένα μύθο, ένα παραμύθι, μια διέξοδο ενός ουτοπικού παραδείσου.

Το μυθιστόρημα του Ντίνου Γιώτη  ισορροπεί  επιδέξια ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη συγκίνηση , διαθέτοντας  , πόνο , όνειρο, αγάπη, πικρία , νοσταλγία, και κυρίως ένα ευωδιαστό ηπειρώτικο «άρωμα» λέξεων και φράσεων.

Ο συγγραφέας Ντίνος Γιώτης θέλει να μας  υπενθυμίσει ότι η ζωή μας, η ύπαρξή μας θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με την απώλεια , ο έρωτας με τον χρόνο και τον θάνατο , η ελευθερία με τον φόβο , ο πόθος με την απουσία , ο ίμερος (φλογερή επιθυμία)με την παρουσία του άλλου και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό.

 

Πρόκειται για αριστούργημα .Διαβάστε το.

 

Ο Ντίνος Γιώτης γεννήθηκε το 1961 στην Άρτα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιογράφησε σε αθηναϊκές εφημερίδες και κυρίως σε περιοδικά. Έγραψε σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. «Η Γαλλίδα δασκάλα» είναι το τρίτο του βιβλίο και πρόκειται να γυριστεί κινηματογραφική ταινία. Προηγήθηκαν τα «E-mail» το 2001και «Η αναγνώριση του Μάξιμου Ροδομάνου» το 2004.

 

Γράφει : Ο Κώστας Τραχανάς

Ο χρησμός

«Ο Χρησμός» Ε.Νασιώκας Εκδόσεις Ανέμη 2013 σελ.330

«Όλη η ευθύνη στο λαό» .

«Όταν όλα θα φαίνονται αδύνατα, εσύ να πιστεύεις στο θαύμα».

(Δυό Χρησμοί ,του Τειρεσία και της Πυθία από το Μαντείο των Δελφών).

Η ζωή μοιάζει με παραμύθι .Μια που αρχίζεις να το μιλείς δεν ξέρεις αν θα έχει δράκους. Μα και δράκος να βγει στη μέση της ιστορίας ,πρέπει να αποσώσεις το διάβασμα μέχρι την τελευταία του σελίδα, να περπατήσεις όλο το βιβλίο. Όμως το δικό μας παραμύθι , του  δίκαιου πρίγκιπα, δουλευόταν πολλά χρόνια στο παλάτι. Το παραμύθι αυτό έπρεπε να το «φάει» ο λαός. Το παραμύθι αυτό πάντα κατέληγε : «Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα… ».Για το δράκο ,που θα κατασπάραζε στο διάβα πολλούς απλούς και αθώους υποτελείς , δεν έκανε κουβέντα, διότι κάποιοι είχαν τροποποιήσει το παραδοσιακό παραμύθι σε τέτοιο βαθμό , έτσι ώστε να εξαφανιστεί από αυτό ,ο δράκος και τα θηρία… Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας…..

Μια φορά και έναν καιρό  σε μια μακρινή λιλιπούτεια πολιτεία στα πέρατα του πουθενά, ζούσε ένας ευτυχισμένος και ονειροπόλος  λαός ,που είχε μεγάλη ιστορία, αλλά….

Ένα παραμύθι, είναι το βιβλίο του γιατρού και πρώην υφυπουργού Έκτορα Νασιώκα, με πρωταγωνιστές: τον Ιβάν και τον Τζο (αρχιφίλαρχοι, σταυραδελφοί  και πορφυρογέννητοι, οι πρωταίτιοι της κατάρρευσης της λιλιπούτειας πολιτείας  ) , τον Δία , τους Δώδεκα θεούς , τον τυφλό μάντη Τειρεσία , την Δημοκρατία και την Παιδεία, τον Περικλή και την Εκκλησία του Δήμου, την μυθολογία και την πραγματικότητα, τις αρχές και τις αξίες, ένα περιούσιο λαό, ένα χρυσόβουλο πάπυρο και εννιά ασφαλισμένους φακέλους , ένα μεγάλο μυστικό , μια θεϊκή εντολή, ένα προφητικό όνειρο, ένα καράβι που τραβούσε ντουγρού για τα βράχια, τον Γολγοθά ενός λαού, την προδοσία ενός λαού, τη θυσία της Ιφιγένειας-λαός , την κατάρρευση μιας πολιτείας, μια λιλιπούτεια πολιτεία που φυλάκιζε και σκότωνε αγγελιοφόρους και μάντεις κακών, ένα μνημόνιο που γράφτηκε στο γόνατο του Ζαν, ανίκανοι και ανεύθυνοι ηγέτες , φίλαρχοι και φύλαρχοι, μια βασιλομήτωρ και τα άπληστα παιδιά της, μια  φαμίλια και μια δυναστεία, τον τζόκεϊ Τζο, τους κερδοσκόπους μιας πολιτείας, τον μακιαβελισμό και τον λαϊκισμό, την αλαζονεία και τον αυταρχισμό, το νόμο της σιωπήςκαι το νόμο της μαφίας  , την προσωποπαγή εξουσία του χαλίφη, τον άνθρωπο που ήθελε να γίνει Βασιλιάς, το σιωπητήριο της κοινοβουλευτικής ομάδας, το «αποφασίζουμε και διατάσουμε» του πορφυρογέννητου δημοκράτη ηγέτη, τη φίμωση μιας φατρίας που είχε παράδοση δημοκρατικότητας και αγώνων αιώνων, τις κομματικές φατρίες, το ψέμα και το φανατισμό, τις κρυμμένες αλήθειες και τα ψεύτικά διλήμματα, τη δουλική συμπεριφορά βουλευτών , τους κηπουρούς και τους αυλικούς του φίλαρχου, τους αιώνιους χειροκροτητές, τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των χαλίφηδων , το θίασο των παλιάτσων, κάποια πράγματα που δεν έγιναν τυχαία και που υπηρετούσαν κάποιο σχέδιο διάλυσης μιας πολιτείας, το μύθο του νεοπλουτισμού και της ευδαιμονίας , τον ευτελισμό θεσμών και προσώπων, την υπερεξουσία και παντοδυναμία των Μ.Μ.Ε., την μέθοδο open gov.( ο ευτελισμός του ευτελισμού κάθε αρχής) , τις στρατιές των αφισοκολλητών σημαιοφόρων, τη λαϊκίστικη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας και του ωχαδελφισμού, το «φαίνεσθαι » και το «είναι », την απαισιοδοξία και την ελπίδα,  τον ξεροκέφαλο γιό του αγωγιάτη, τον ορθολογιστή αντάρτη, το ακέφαλο τάγμα, όλα αυτά  αποτελούν  μια πολιτική σάτιρα για όσα συνέβησαν και  συμβαίνουν στη λιλιπούτεια πολιτεία, μέσα σε μια μνημονιακή ξηρασία. «Ο Χρησμός » είναι ένα βιβλίο για μια μυθική πολιτεία που την έχουν εγκαταλείψει οι θεοί και οι άνθρωποι. Που ο Χριστός σταμάτησε …σε αυτή την μικρή πολιτεία και όχι στο Έμπολι της Ιταλίας.  Που της έχουν γυρίσει την πλάτη εχθροί και φίλοι. Που περιφέρεται ζητιανεύοντας στις αγορές του κόσμου. Που την περιφρονούν όλοι. Που έχει υποστείλει τη σημαία της .Που ότι έκτισαν γενιές και γενιές , το γκρέμισε αυτή η ηθικά παρηκμασμένη τωρινή γενιά. Που όσο τα δυόμιση χιλιάδες χρόνια έτρεχαν μπροστά στο διάβα της ιστορικής διαδρομής της λιλιπούτειας πολιτείας, τα ηθικά στοιχεία του χαρακτήρα των πολιτών της έτρεχαν προς τα πίσω…. Ένα βιβλίο που πραγματεύεται την δημιουργία , την πορεία , την κατάρρευση, την κάθαρση  , τον εξαγνισμό και την προσπάθεια αναγέννησης και ανάτασης μιας φανταστικής λιλιπούτειας πολιτείας .Μιλάει για την κρίση αξιών και την απουσία προτύπων και κανόνων. Ο Ιβαν και ο Τζο οδηγούν το καράβι της λιλιπούτειας χώρας στην ξέρα και  στις Συμπληγάδες. Κάτι Ιβαν-Τζο- Ζαν -Αντουανάδες και τα λιμοκονταράκια της κουστωδίας τους,ο Ομηρικός Οδυσσέας δεν θα τους έπαιρνε ούτε μούτσους…. Κι οι πολίτες της λιλιπούτειας πολιτείας αντί για τον μπαλαούρο, τους έχουνε καραβοκύρηδες!!! Αυτοί που επικαλούνται συνέχεια τη βοήθεια του …Θεού. Ποιόν Θεό όμως; Γιατί αυτοί Θεό έχουν την εξουσία και το χρήμα… Οι Θεοί της χώρας χαμογελούν… Δεν ξέρουν οι ξεδιάντροποι ,ότι οι θεοί και ο Θεός είναι όπως ο ορίζοντας : απομακρύνονται, όταν προσπαθούμε να τους πλησιάσουμε… Αυτός ο λαός της λιλιπούτειας πολιτείας πάντα θα έβρισκε διέξοδο σε κάθε αδιέξοδο, ακόμη και όταν για να συμβεί αυτό, απαιτούνταν να γίνει κάποιο θαύμα. Κάποιο θεϊκό χέρι να παρέμβει έστω και την ύστατη στιγμή για να δείξει το σωστό δρόμο. Ένα όνειρο , ένα όραμα τέλος πάντων. Αυτός θα ήταν ο λόγος του θεού. Ήταν η προειδοποίηση του θεού. Και του μάντη Τειρεσία. Η αγάπη και η πρόνοια της υπέρτατης δύναμης για τον περιούσιο λαό της. Ο περιούσιος λαός που υπέπεσε σε ύβρη κατά των θεών και των ανθρώπων , που παρήκμασε ηθικά και υλικά , που πτώχευσε και τώρα κινδυνεύει με πλήρη κατάρρευση και αφανισμό. Ο λαός αυτός μπορούσε να σωθεί μόνο με θεϊκή παρέμβαση…

Στον Θεσσαλικό χώρο ευδοκιμούσε σαν φυτό η μαγεία στην αρχαιότητα. Και η νεκυαγωγή, να μεταφέρεις τους πεθαμένους στο παρόν, ήταν μια γνωστή μαγεία στη Θεσσαλία.  Αν κάποιος διέθετε σπάνια όραση , έβλεπε τις μορφές μιας άλλης πραγματικότητας, του παρουσιαζότανε οι νεκροί , δεν ερχόταν εκείνοι , αυτός τους έβλεπε. Έτσι και ο Καρδιτσιώτης Έκτορας Νασιώκας ,σαν σύγχρονος μάγος, στο νέο του βιβλίο , «βλέπει » και «ανασταίνει » τους Δώδεκα θεούς , τον Δία και τον Τειρεσία , τους παρουσιάζει να μην ξέρουν τι να κάνουν με τον περιούσιο λαό τους. Λένε ότι οι νεκροί δεν μιλούν .Γιατί όμως δεν μιλούν ; Στον Άδη οι νεκροί μιλούσαν , αφού έπιναν αίμα… Μερικές φορές η ζωή μας στομώνει, η απελπισία μας κυκλώνει και τότε κάποια άγνωστη , σκοτεινή δύναμη (θεός ; ) μας ωθεί στο δρόμο της σωτηρίας. Γιατί υπάρχει ο δρόμος της σωτηρίας, αλλά εμποδιζόμαστε από κάποιους να φτάσουμε στο σωστό τέρμα  …Και πώς μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει τις βουλές του θεού; Πώς το ανεξερεύνητον ; Ελπίζοντας , θα απαντούσε ο σοφός της Εφέσου (ο Ηράκλειτος) . Αν δεν ελπίσεις , δεν θα βρεις το ανέλπιστον , όντας ανεξερεύνητο και απροσπέλαστο. Ο λαός της λιλιπούτειας πολιτείας ζει για το σήμερα . Το μέλλον δεν απασχολεί ούτε τους πολιτικούς. Οι πολίτες δεν προγραμματίζουν το μέλλον τους. Κάποιοι επέλεξαν να φράξουν το δρόμο προς το μέλλον, προτιμώντας το μεγάλο σχέδιο για το μέλλον : το αδιέξοδο. Για τα μικρά ή τα μεγάλα οι πολίτες  δείχνουν προσκόλληση στο παρελθόν , αδυνατώντας να ορίσουν με τα δικά τους μέσα το μέλλον. Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών  δεν έχει παιδεία στη συνεργασία , την συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Οι πολίτες συλλογίζονται και δεν σκέπτονται , μιλούν πολύ και δεν έχουν συντεταγμένη γλώσσα, ρωτούν και απαντούν , αλλά χωρίς καμιά συνέχεια, βαδίζουν σε ένα δρόμο , αλλά δεν πορεύονται .Η μικρή πολιτεία και οι πολίτες της δεν έχουν σκέψη .Μήπως δεν τη χρειάζονται ; Η νεότερη πολιτεία τους είναι ένα ιστορικό λάθος… Από εκεί προέρχονται τα δεινά της. Θα περάσουν στην πλευρά της σχολής της σκέψης , θα αποκτήσουν  μήπως και μια μνήμη ; Όλοι περιμένουν έναν θεό , ο οποίος μαγικά θα έδινε λύση στο τωρινό δράμα της πολιτείας. Όλοι περιμένουν τον περίφημο «από μηχανής θεό»… Και έτσι επεμβαίνει ο Δίας και μέσω του Τειρεσία προβλέπει τα μελλούμενα και δίνει ένα χρησμό…. Τον λαό της λιλιπούτειας χώρας, λέει ο Ε.Νασσιώκας, θα πρέπει να ανησυχεί που είναι  άδειες και περίκλειστες οι πλατείες με τα κάγκελα παντού και με τις παιδικές κούνιες ακούνητες για χρόνια .Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν την ανεξέλεγκτη δύναμη των από κάτω. Να αποκτήσουν πίστη στη δύναμη που έχουν μέσα τους. Πρέπει να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Η ζωή τους μπορεί να είναι και αλλιώς. Οι κρατούντες φυλακίζουν το μέλλον. Οι ισχυροί και οι πολιτικοί θωρακίζονται, γιατί τους φοβούνται. Ο,τι είχανε τους το έχουν πάρει, τώρα η μάχη δίνεται για το νερό , το ψωμί , το αλάτι, τον αέρα, ότι καταφέρουνε να σώσουνε πριν το ιδιωτικοποιήσουν. Το μέλλον φτιάχνεται εδώ, σήμερα. Πρέπει να το αναζητήσουν οι πολίτες σε νέες μορφές συνεννόησης και συνεργασίας ,που εμποδίζουν τη συσσώρευση δύναμης ή πλούτου στα χέρια λίγων. Το μέλλον είναι σήμερα. Η κοινωνία πρέπει να μετακινηθεί από τον άκρατο ατομικισμό στη συλλογική δράση. Η κρίση ενός συστήματος που έχει κινητήρια δύναμη του την καταστροφή της ζωής και της φύσης γεννά φρίκη , απογοήτευση και υποταγή. Γεννά όμως και εξεγέρσεις , γεννά και μικρές και μεγάλες στιγμές ανυπακοής. Οι οριζόντιες διαβουλεύσεις , οι ανοιχτές συνελεύσεις στις γειτονιές , τα πειράματα αυτοοργάνωσης και οι αναβιώσεις της Αγοράς του Δήμου γεννάνε την σύγχρονη Δημοκρατία . Το παν είναι να μένει κανείς σταθερός στις αρχές του. Κι όταν το μυαλό των ανθρώπων αλλάξει λογική αντί να αυτοκτονούν, που δεν έχουν να πληρώσουν φόρο στον Αρχιφίλαρχο , θα μπορέσουν επιτέλους να κοιτάξουν γύρω τους και να δουν πως όλα τα σημαντικά πράγματα είναι δωρεάν. Οι ουρανός είναι δωρεάν , ο αέρας , το νερό το τραγούδι είναι δωρεάν. Η επικοινωνία με τον Θεό και η επικοινωνία με τον φίλο , ο έρωτας , η συγκίνηση , η ομορφιά,  η ποίηση, η γνώση ,  το θαύμα του να ζεις είναι δωρεάν. Και θα καταλάβουν πως έξω από τον Αρχιφίλαρχο υπάρχει και η ζωή. Και  θα αποδώσει στον Αρχιφίλαρχο το φόρο του και στη ζωή την αξία της…

Ο Έκτορας Νασιώκας έζησε από μέσα τη λογική , τη νοοτροπία και τις μεγάλες αδυναμίες του πολιτικού συστήματος της λιλιπούτειας πολιτείας, ίσως την πιο κρίσιμη περίοδο. Και μας αποκαλύπτει ότι από το 2107 ήταν σε όλους γνωστό ,πως η πολιτεία βάδιζε με βεβαιότητα στην κατάρρευση και την πτώχευση ,αν συνέχιζε στον ίδιο δρόμο .Εκτός αν η πολιτεία αντιδρούσε , άλλαζε δρόμο και λογική , είχε όραμα , έκανε αυτοκριτική και αυτοκάθαρση , απαρνιόταν τον λαϊκισμό και ελάμβανε τα απαραίτητα και σωστά μέτρα. Για να συμβεί όμως αυτό απαιτούνταν μέγιστη δυνατή εθνική αυτογνωσία ,ταπείνωση , αποφασιστικότητα στην κορυφή και στη βάση , σφυρηλάτηση της θέλησης των πολιτών ,για να αγωνιστούν για το βέλτιστο και επίμονη πανεθνική προσπάθεια, κάτι που βεβαίως δεν έγινε ποτέ.

Κλαίνε τα άλογα του Αχιλλέως , όταν βλέπουν τον αναβάτη τους τον Πάτροκλο νεκρό, σκοτωμένο από τον Έκτορα (όχι… τον Νασιώκα).Όσο κι αν τα χτυπούσε ο ηνίοχος Αυτοδέμων να κινηθούν , δεν πήγαιναν τα άλογα ούτε στα πλοία ,ούτε στον πόλεμο, αλλά παρέμεναν ακίνητα. Δάκρυα θερμά κυλούσαν από τα βλέφαρα με καημό για τον χαμό του Πατρόκλου. Ο Ζεύς βλέποντάς τα να κλαίνε , κούνησε το κεφάλι του θλιμμένος για την τύχη των αθάνατων αλόγων που υπέφεραν για τους θνητούς .Γιατί από όλα τα πλάσματα στον κόσμο, θλιβερότερο είναι ο άνθρωπος ή όπως λέει ο καβαφικός στίχος «στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας». Πόσες φορές και αυτός ο καϋμένος ο Δίας θα επεμβαίνει στα ανθρώπινα; Ο Έκτορας Νασιώκας βάζει πάλι τον Ολύμπιο Δία , να βοηθήσει τους ανθρώπους μιας λιλιπούτειας πολιτείας , τον περιούσιο λαό του ( αν και ο λαός του ο αγαπητός ,τον είχε αντικαταστήσει …με άλλο Θεό).

Ο Απόλλων στους Δελφούς ούτε κρύβει , ούτε φανερώνει , αλλά μόνο σημαίνει , έλεγε ο αινιγματικός Ηράκλειτος. Φανερώνει την αλήθεια μέσα από αμφίσημα μηνύματα. Τα λόγια των σημερινών πολιτικών της λιλιπούτειας πολιτείας  διατηρούν την αμφισημία και το διφορούμενο του λόγου των αρχαίων σιβυλλικών χρησμών  . Δεν είναι φίλοι της αλήθειας,, διότι αν ήταν , από το 2107 θα έλεγαν  την αλήθεια στον  λαό και δεν θα συνέβαιναν αυτά που συμβαίνουν σήμερα στη μικρή τους πολιτεία. Η αλήθεια, λένε ,είναι ότι θέλεις να πιστέψεις. Οι Μοντανιστές έβλεπαν την ουράνια Ιερουσαλήμ  να αιωρείται στον ουρανό επί σαράντα ημέρες….

Ο άλλοτε ανθηρός πολιτισμός των Ανασάζι , η καταδικασμένη αποικία των Βίκινγκς στη Γροιλανδία , οι εγκαταλειμμένοι ναοί και οι σκεπασμένες από τη ζούγκλα πόλεις των Μάγια, τα επιβλητικά αγάλματα της Νήσου του Πάσχα, ερείπια πολιτισμών που κάποτε ήταν ισχυροί. Γιατί ορισμένοι πολιτισμοί καταστράφηκαν και αφανίστηκαν ; Ποιοι παράγοντες αφανίσανε  κάποιες κοινωνίες , ενώ άλλες κοινωνίες (Ιαπωνία) βρήκαν λύσεις για τα ίδια προβλήματα και επιβίωσαν ; Ποιές οικονομικές , κοινωνικές και πολιτικές επιλογές έχουνε ώστε να μην οδηγηθούνε στο ίδιο τέλος; Εκείνο που θα μπορούσε να αποτρέψει τους επερχόμενους κινδύνους , μας λέει στο βιβλίο του «Κατάρρευση» ο Τζάρεντ Ντάιαμοντ ,είναι το θέμα της ηγεσίας στις συγκεκριμένες κοινωνίες και της ικανότητας ή ανικανότητας να απαντήσει στα προβλήματα. Η ανικανότητα και η παθητικότητα των αρχηγών του Νησιού του Πάσχα και των βασιλέων των Μάγια μπροστά στις μεγάλες απειλές για τις κοινωνίες τους παρουσιάζουν  ανησυχητικές αναλογίες με αυτό που συμβαίνει  στην μικρή φανταστική μας πολιτεία , με την κυρίως εκ μέρους των ηγετών μας , αδυναμία «όρασης» και αντιμετώπισης σημαντικότατων προβλημάτων. Αυτό που χαρακτηρίζει τους εκλεγμένους πολιτικούς της λιλιπούτειας πολιτείας ,λέει ο Έκτορας Νασιώκας , προτείνοντας στους πολίτες και τους πολιτικούς να διαβάσουν το αριστούργημα του Τζάρεντ Ντάιαμοντ ,είναι ο βραχυπρόθεσμος σχεδιασμός η « σκέψη των 90 ημερών». Οι σημερινοί ηγέτες   δεν είναι διορατικοί , και δεν έχουν το θάρρος και την τόλμη για θαρραλέες αποφάσεις σε μια στιγμή που τα προβλήματα γίνονται αισθητά, αλλά δεν έχουν αποκτήσει ακόμη διαστάσεις κρίσης. Οι δημόσιοι θεσμοί της λιλιπούτειας πολιτείας , καχεκτικοί και κομματικοποιημένοι καθώς είναι, εμπλέκονται στο βραχυχρόνιου ορίζοντα πολιτικό παιχνίδι της εξουσίας , με συνέπεια να είναι ανήμποροι να προστατεύσουν τα μακροχρόνια συλλογικά αγαθά. Οι πολιτικοί  ηγέτες προτιμούν να θέτουν το κομματικο-πελατειακό συμφέρον πάνω από το συλλογικό. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε , τα μυρίζουμε , τα αναπνέουμε. Όταν η κοινωνία χάσει την αίσθηση της σπουδαιότητας των συλλογικών αγαθών ως προϋπόθεση για τη βιώσιμη ικανοποίηση των ατομικών αναγκών , τότε οι κοινωνίες καταρρέουν… Το πολιτικό σύστημα της λιλιπούτειας πολιτείας ,υποδύθηκε το καταδαμάζον και παντοδύναμο είναι που ποτέ του δεν ήταν , με αποτέλεσμα να καταντήσει άσκεπτο και ανεξέταστο , γιατί επιμένοντας να είναι αυτό που δεν ήταν , η πολιτική εξάντλησε με το ψέμα της, τη σκέψη και τον λόγο που της αναλογούσε. Οι πολιτικοί έπρεπε να ντρέπονται, όμως είναι χονδόπετσοι . Είρωνες, οχλολοίδοροι (διαβάστε στο βιβλίο πώς  αποκαλούν υποτιμητικά  τους πολίτες της λιλιπούπολης),  απάνθρωποι, άπληστοι, αλαζόνες,  αριβίστες , φαύλοι, διεφθαρμένοι , μιαροί, φατριαστές,εξουσιολάγνοι , εξουσιοθήρες ,αδίστακτοι με παχυλούς μισθούς και συντάξεις, που τα «δικά τους παιδιά» έκαναν πάρτι, με το δημόσιο χρήμα να αναβλύζει αφρίζον σαν σαμπάνια, μεταλλαγμένα ανδράποδα  που λένε συνέχεια αληθινά ψέματα (το ψέμα ήταν το φράγμα για να περιορίσουν το εξαιρετικό), που απέκρυψαν συνειδητά από όλους τα στοιχεία και την πραγματική κατάσταση της πολιτείας και τη δυσμενή προοπτική της,  γελωτοποιοί της τρόικας που επιδίδονται σε βαθιές υποκλίσεις στους δανειστές –αφεντικά τους , ειδικοί στις λογιστικές αλχημείες που μετατρέπουν το έλλειμμα σε πλεόνασμα κατά το παράδειγμα του Ιησού στον γάμο της Κανά, αλαμπείς ηγεσίες που ζητούν από τους πολίτες συνέχεια να κάνουν υπομονή ,που πριμοδοτούν συμφέροντα ιδιωτών με τους οποίους διαπλέκονται  ,που τρομοκρατούν και φοβίζουν τον κόσμο με την απειλή της χρεοκοπίας , λαφυραγωγοί που «αμύνονται περί πάρτης», που εγκλημάτησαν εκ προμελέτης, που δεν πιστεύουν σε αξίες και δεν έχουν αξία , μόνο τιμή έχουν , εμπορική τιμή και μάλιστα πολύ χαμηλή στην οποία όλα μπορούν να τα πωλήσουν  και να τα αγοράσουν . Γέμισε η πολιτική της λιλιπούτειας πολιτείας με μηδενικά. Έχει δίκιο ο Στανισλάβ Γέρζι Λετς που λέει ότι : το άθροισμα των μηδενικών είναι ένας επικίνδυνος αριθμός …

Όλα τα πράγματα , έχουν συνέπειες, λέει ο συγγραφέας. Χωρίς καταστροφή και συντριβή , δεν υπάρχει βοήθεια και ανάσταση για κανέναν. Κάθαρση και καταδίκη. Η σύγχρονη μικρή πολιτεία είναι ένα ανοιχτό πρόβλημα, του οποίου τα παράθυρα και οι πόρτες είναι κλειστές… Ποιος  εμποδίζει να κυνηγήσουνε οι πολίτες το όραμά τους ; Ποιόν κηδεμόνα-μέντορα –δικτάτορα –αφέντη-φίλαρχο έχουνε ανάγκη για να αλλάξουνε πλεύση ; Γιατί προδώσανε τους εαυτούς τους ; Πρέπει να ξέρουν οι πολιτικοί ότι το πιο μεγάλο αμάρτημα στην οικουμένη χρεώνεται σε αυτούς που τρομάζουν τα παιδιά , τα στέλνουν στα ξένα και σπέρνουν φόβο στους ανθρώπους… . Θα δρέψουν οι πολιτικοί τις θύελλες μιας γενικευμένης κατακραυγής, όταν θα γίνει το ξύπνημα του Κύκλωπα. Από το Χάος γεννήθηκε η μέλαινα , η μαύρη Νύχτα , λέει ο Ησίοδος. Η ολέθρια Νύχτα γέννησε τις Μοίρες , τις Κήρες, το Όνειρο και την Νέμεση ….Οι δυο πορφυρογέννητοι βλέπουν τώρα τη Νέμεση που πλησιάζει άτεγκτη και αμείλικτη .Οι ερρινύες τους επισκέπτονται. Το μαρτύριό τους είναι ο Φόβος και ο Τρόμος. Η λιλιπούτεια πολιτεία θα δικάσει τους πρωταίτιους, αφού οι πολίτες της είχαν οι ίδιοι αυτοτιμωρηθεί… Η ύβρις επισύρει την τιμωρία των θεών! Οι ασεβείς πλήττονται , και αυτό είναι δικαιοσύνη. Στάχτη και ερείπια , αίμα και θρήνος , τιμωρία παραδειγματική : αυτό είναι το τέλος των ανθρώπων που θέλουν όχι την ομοίωση Θεώ αλλά την εξίσωση με αυτόν (Σαλμονεύς ο υβριστής του Διός). Αυτό είναι και το τέλος των λαών που δεν εναντιώνονται σε ανίκανους και παράφρονες αρχηγούς…

Το βιβλίο αυτό δεν χρειάζεται να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα. Θέλει τις ανάσες του, τις παύσεις του, τις επαναλήψεις του. Καλός αναγνώστης δεν είναι αυτός που διαβάζει τις γραμμένες φράσεις , αλλά αυτός που διαβάζοντάς τες ξαναγράφει τις αόρατες και τις άγραφες… Δύο είναι τα πράγματα που συγκροτούν τη ζωή ενός ανθρώπου οι έγνοιες και τα όνειρα.  Χωρίς έγνοιες είσαι νεκρός. Χωρίς όνειρα επίσης. Οι πρόγονοί  μας δίδαξαν ότι το όνειρο βρίσκεται εδώ, στη μαγεία της φαντασίας τους , στα παραμυθένια κτίρια που έκτισαν , στην ποίηση και την τραγωδία που έγραψαν. Με την ποίησή τους και τη τραγωδία  τους ακόμα και οι αμμόλοφοι έκαναν πίσω…

Στο βιβλίο αυτό προσέξτε ότι υπάρχει η αρμονία των αντιθέτων , η χαρμολύπη και ο κλαυσίγελος ( αυτή είναι η ελληνική οπτική του).

Η φωτιά της φρυκτωρίας στην αρχαιότητα ανήγγειλε στις Μυκήνες ,την άλωση της Τροίας. Κάπως έτσι και εμείς σήμερα , σε πείσμα της μαυρίλας των καιρών, περιμένουμε το άγγελμα της νίκης από τις φωτιές στις φρυκτωρίες, που επέζησαν μέχρι σήμερα. Μια τέτοια μικρή φωτιά φρυκτωρίας είναι και το βιβλίο του ενεργού πολίτη Έκτορα Νασιώκα, για να καταλάβουν οι πολίτες της μικρής πολιτείας, ότι η λύση στην τραγωδία τους βρίσκεται μέσα στο νου και την ψυχή τους , είναι δηλαδή δική τους υπόθεση, για να πατάνε γερά στο χώμα της πατρίδας που κάποιοι καλοθελητές τους ζητούν να πουλήσουνε και κάποια ίχνη ξυπνούν και τους καλούν σαν αναμνήσεις ενός ζητούμενου μέλλοντος….

Το βιβλίο «Ο Χρησμός»  του Έκτορα Νασιώκα είναι όαση , στο χαμηλό επίπεδο στο οποίο έχει καθηλωθεί ο δημόσιος λόγος στις μέρες μας : «από τα τηλεπαράθυρα έως μέσα στο ναό της Δημοκρατίας» .Είναι  «ασκήσεις μνήμης » , για τον συγγραφέα , να παρακολουθεί την πολιτική επικαιρότητα την τελευταία δεκαετία στη λιλιπούτεια πολιτεία. Σκιαγραφεί πτυχές (προβληματικές , νοσηρές,  ή ιλαροτραγικές) της  πολιτικής σκηνής της λιλιπούτειας πολιτείας. Μας αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που η πλειονότητα της κοινωνίας στην μικρή πολιτεία επιλέγει να μη βλέπει , να αγνοεί…. Ο Έκτορας Νασιώκας είναι ένας σύγχρονος Μαρίνος Αντύπας , ένας πραγματικός ρομαντικός , εξεγερμένος αγωνιστής των σοσιαλιστικών ιδεωδών. Ενώπιον των φυσικών καταστροφών ο άνθρωπος είναι ανήμπορος, αντίθετα ενώπιον των κοινωνικών και πολιτικών θεομηνιών , όπως αυτή που ζούνε  στην λιλιπούτεια πολιτεία , ο άνθρωπος έχει λόγο και ευθύνη …

Τα βιβλία οργανώνονται πάντα μόνα τους, γιατί δεν θέλουν να είναι μόνο η μνήμη του συγγραφέα, θέλουν να είναι η συλλογική μνήμη , και γράφονται σαν τον αμόλυντο αέρα, που οι άξιοι άνθρωποι υπερασπίζονται με όλη τους της θέρμη. Διαβάζοντας το βιβλίο του Ε.Νασιώκα θα συναντήσουμε πολλούς από αυτούς τους «βαρβάρους» για τους οποίους μιλάει το ποίημα του Καβάφη. Τα όνειρά τους ήταν τρομερά , και για αυτό τους εξόντωσαν ή τους σκόρπισαν στα πέρατα του κόσμου, που ήταν  προορισμένα για τους «βαρβάρους». Αλλά , ακόμα κι έτσι , τα όνειρά τους εξακολούθησαν να σπέρνουν αϋπνίες στους νομείς της εξουσίας ,που τους στοίχειωσε ο φόβος της επιστροφής των «βαρβάρων», κι έδωσαν αφ’ υψηλού τη διαταγή να τους κλείσουν το στόμα , και γράφτηκαν βιβλία από δύο και τρείς ρομαντικούς ,για την «ηλιθιότητα των βαρβάρων» να επινοήσουν εναλλακτικές λύσεις ενάντια στον απανθρωπισμό του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος και να οργανώσουν τη ζωή τους, γιατί η ζωή είναι κάτι παραπάνω από ένα ουσιαστικό

Η παρουσίαση του βιβλίου αρχίζει με  χρησμούς , παραμύθια , μυθολογία και με Θεσσαλούς μάγους . Θα τελειώσει  πάλι με μυθολογία ,έναν χρησμό και μια μάντισσα : Ο Τεύκρος (οικιστής της Σαλαμίνας της  Κύπρου) διωγμένος από την πατρίδα και εξόριστος,  όταν επέστρεψε από την Τροία ,βρέθηκε στην Αίγυπτο ,όπου συνάντησε τη μάντισσα Θεονόη και την παρακάλεσε να γίνει πρόξενος , ώστε να πάρει χρησμό για τον τρόπο που θα κατευθύνει το πλοίο στην Κύπρο.

«Το ίδιο το ταξίδι θα σου δείξει τον τρόπο …», απάντησε εκείνη….

Διαβάστε αυτή τη συναρπαστική ιστορικοπολιτική αφήγηση του Έκτορα Νασιώκα, θα σας συγκλονίσει.

Ο Έκτορας Π.Νασιώκας κατάγεται από ένα μικρό χωριό της Αργιθέας των Αγράφων το Σπυρέλο, το σημερινό Πετροχώρι. Σπούδασε γιατρός και άσκησε για πολλά χρόνια την ειδικότητα της κλινικής ογκολογίας. Ασχολήθηκε πολύ νωρίς με τα κοινά , στο Δήμο της Λάρισας, στη Νομαρχία Ημαθίας , στη Βουλή των Ελλήνων, στο Υπουργείο Υγείας και το συνδικαλιστικό κίνημα από πολλές θέσεις. Έζησε όλη τη ζωή του ως ενεργός πολίτης. Υπηρέτησε ως βουλευτής από τον Απρίλιο του 2000 μέχρι τον Ιούνιο του 2011 , όταν παραιτήθηκε παραδίδοντας την βουλευτική του έδρα στο κόμμα με το οποίο εκλεγότανε… «Ο Χρησμός» είναι το δεύτερο λογοτεχνικό του βιβλίο μετά τον «Αγωγιάτη».

 

                    Γράφει : Ο Κώστας Τραχανάς

 

Μέσα σε παλιό καθρέφτη

«Μέσα από παλιό καθρέφτη» Σ.Λαμπρίδης Εκδόσεις Δίαυλος 2013 σελ. 411

 

Η κρίση στην Ελλάδα δεν είναι αποκλειστικά κρίση δημοσιονομική ή οικονομική , είναι ένα φαινόμενο πολύ πιο ευρύτερο , περίπλοκο, πολυδιάστατο. Η κρίση στην Ελλάδα  οφείλεται σίγουρα στους ξένους και τους διεφθαρμένους τους πολιτικούς μας ,αλλά οφείλεται και στην κουλτούρα της μεταπολίτευσης και στον πολιτισμικό-πολιτικό δυϊσμό που κατατρύχει τη χώρα από την ίδρυση του κράτους, καθώς και σε χρόνιες ελληνικές δομικές αδυναμίες.

Η γενιά της δεκαετίας του ΄50, η  γενιά του Πολυτεχνείου, έκαψε κάποτε τα δάχτυλά της και σέρνεται ακόμη με τις γάζες και τις αλοιφές….

Η γενιά αυτή έχει χάσει την ικανότητα να σκεφτεί τον κόσμο αλλιώς , διαφορετικά. έπρεπε να τολμήσει να  σκεφτεί , να σκεφτεί τολμηρά , να θέσει  ερωτήματα χωρίς προϋποθέσεις , ερωτήσεις χωρίς άγνοια , να κάνει την αυτοκριτική της και την αυτογνωσία της…

Αυτή η γενιά δεν αφουγκράστηκε το ρόγχο της προηγούμενης γενιάς της.

Αδικημένη γενιά η προηγούμενη , αποτυχημένη η τωρινή , με τόση συσσωρευμένη οργή , άραγε η επόμενη πώς διάολο θα είναι ;

Σε μια χώρα με χτυπητές ιδιαιτερότητες , πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα, δεν μπορούν παρά να έχουν ρίζες σε χρόνο βαθύ , καμιά φορά πολύ βαθύ.

Το πολιτικό σύστημα που οδήγησε τον τόπο στην διαφθορά , στην απαξίωση και την χρεοκοπία ,είναι αυτό που έχει τα ίδια επώνυμα με αυτούς ,που μας κύλησαν στον εμφύλιο.

Η τελευταία ελπίδα για μια πορεία αλλιώτική αυτού του τόπου , είναι ότι πρέπει να δώσουμε  σημασία στην Ιστορία μας και να βγάζουμε χρήσιμα διδάγματα από το χθες, όπως κάνουν όλοι άλλοι  λαοί.

 

Η ιστορία του βιβλίου «Μέσα από τον καθρέφτη» ,αν και είναι καθαρά προσωπική , αφορά ευρύτερα το χθες του τόπου. Είναι η ιστορία μιας ταλαίπωρης  γενιάς που έζησε πόνο και αγωνία αλλά και μέρες δόξας , ανάτασης και ελπίδας.

Ο επιτυχημένος δικηγόρος Δημήτρης Βερωτής μαθαίνει σιγά-σιγά την απίστευτη τραγωδία της οικογένειάς του και την τραγική ιστορία της οικογένειας Γιαβάση.

Αυτόν τον θησαυρό φρόντισε ο θείος του Λουκάς Γιαβάσης   , μέσα από την διαθήκη του  για το παλαιοπωλείο ,να περάσει στον Δημήτρη Βερωτή.

Μέσα από τεκμήρια , μαρτυρίες και απρόσμενες διηγήσεις ανακαλύπτει τα πάθη της προηγούμενης βασανισμένης  γενιάς και άλλων , πιο παλιών ακόμη. Στα χέρια του πέρασε ο θησαυρός μνήμης μιας κιβωτού που μετέφερε με ασφάλεια στον χρόνο , έτοιμα να παραδοθούν στην επόμενη γενιά , τα εφόδια για περισσότερη προκοπή και λιγότερη φαυλότητα.

Ο Δημήτρης Βερωτής  ανοίγει το κουτί της Πανδώρας. Ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και το καράβι της ζωής του μπαίνει στη δίνη της Σκύλλας και της Χάρυβδης. Ποιός ξέρει τι είδους λιμάνι τον περίμενε στο τέλος της σκληρής προσωπικής του Οδύσσειας ;

Βγήκαν στα φόρα άπλυτα , από αυτά που καλύτερα είναι να μένουν θαμμένα με τους πεθαμένους….

Το μπερδεμένο κουβάρι των αναμνήσεων , αν μπορούσε να είχε χρώμα , σίγουρα θα ήταν βαμμένο βαθύ κόκκινο. Το ξεκάθαρο κι ασυμβίβαστο πορφυρό χρώμα του πάθους , των επαναστατικών ιδεών , των νιάτων και του αίματος.

Με το άνοιγμα της διαθήκης, δίνεται ανεξέλεγκτη τροπή στις εξελίξεις και προκαλεί αλυσιδωτές και βίαιες αναταράξεις στη ζωή του Δημήτρη Βερωτή. Τίποτα δεν μένει ανεπηρέαστο: Το χθες , αλλά και το μακρινό προχθές των δικών του ,το αλισβερίσι του Γιαβάση με τους Περατζίδες χάνεται πίσω σε χρόνους μακρινούς .          Μικρασιατική καταστροφή, πόλεμος , Κατοχή, εμφύλιος ,δυο δικτατορίες, δωσίλογοι, μαυραγορίτες , προδότες , κάλπικοι πολιτικάντηδες ,κουραμπιέδες των μετόπισθεν ,η προδοσία της γιαγιάς Μαγδαληνής ,επώδυνες αναμνήσεις, αίμα ,  πόνος, μικρότητες , πάθη….

Το παρελθόν αγκομαχάει , αντικρίζοντας τόσα κρίματα .Βρωμάει αφόρητα το πηγμένο αίμα που άσκοπα χύθηκε .Ξεχείλισαν οι αδικίες…

Χρόνια δίσεκτα. Πέτρινα χρόνια….

Η Ελλάδα ανεβαίνει τον Γολγοθά της σύγχρονης ιστορίας της.

Ανασύρει ο Δημήτρης Βερωτής από τη λήθη, τις σκονισμένες σελίδες της πραγματικής οικογένειας των Γιαβάσηδων .Και ανακαλύπτει ότι στην φαμίλια του , στο τυφλό πολιτικό πάθος προστέθηκαν με τον εφιαλτικότερο τρόπο οι προσωπικοί λόγοι τιμής. Ανακαλύπτει το προσωπικό του δράμα και την ντροπή των Γιαβάσηδων. Τυχαίες περιστάσεις , λαθεμένες επιλογές και ανθρώπινες αδυναμίες ,κρύβονταν για δεκαετίες.

Τα πρότυπα και τις κατευθύνσεις στη ζωή του Δημήτρη Βερωτή, τα είχαν χαράξει οι λάθος άνθρωποι…

Ο Δημήτρης Βερωτής ανακαλύπτει ποιος είναι ή μάλλον ποιος δεν είναι !!Ξεκαθάρισε τι θέλει να κάνει και πώς να πορευτεί .Βγάζει από τη μέση τη βολεμένη μεσοαστική ζωούλα του και τις γελοίες προοπτικές της ,για μια χυδαία ελπίδα για καλοπέραση.

Έκρυβε το παλαιοπωλείο του Λουκά στα σπλάχνα του φρίκη , ηρωισμούς  και ανατροπές ιδωμένες από προσωπικά δράματα και πάθη που διέτρεχαν τη χώρα και που για χρόνια σημάδεψαν κάθε ελληνική οικογένεια ως τις μέρες μας. Το ανήλιο παλαιοπωλείο μετατράπηκε για τον Λουκά σε ένα είδος μουσείου και σε καθαρτήριο ανθρώπινων ψυχών. Το ταπεινό αυτό μαγαζάκι αναγορεύτηκε σε μια παράξενη θεατρική σκηνή ,όπου εκεί μέσα ανέπνεε η Ελλάδα ολόκληρη και η κακοφωτισμένη γωνιά του , έγινε ο ραγισμένος καθρέφτης ,μιας πολύ σκληρής αφήγησης της ιστορίας της πατρίδας μας..

Ποιες συνταρακτικές αλήθειες και τι κρυμμένα « πλούτη » θα μπορούσαν να προσφέρουν στον Δημήτρη Βαρωτή , ένας βοηθός αποθηκάριος σε παλιατζίδικο(Μηνάς Μαλτέζος)και μια οικιακή βοηθός(Αντιγόνη Περαντζίδη);

Άννα , Λουκάς , Ξένη , Γιάννης  , Ιάσωνας φιγούρες δυστυχισμένες σε μια περίοδο γεμάτη πόνο κι αδυναμίες .Θύματα ήταν , όχι ένοχοι.

Η γενιά των πενηντάρηδων ,ο απλός κι ασήμαντος κρίκος ,δεν μπόρεσε να αλλάξει τον κόσμο , αφού και η πιο καπάτσα προηγούμενη γενιά ,η  «δρακογενιά» των διαφόρων Γιοβάσηδων και Οικονόμου , δεν μπόρεσε να τα καταφέρει. Η γενιά των πενηντάρηδων έκανε λάθη εγκληματικά και ήρθε η ώρα να πληρώσουν…

Το ταξίδι  στο οικογενειακό παρελθόν του, αλλά έμμεσα και στο πιο επώδυνο κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας του τόπου, έχει ξεκινήσει ….

 

Ένα ταξίδι στην Ιστορία της Ελλάδας, είναι το βιβλίο αυτό  και μια καταβύθιση στα κακά, που μας δυναστεύουν. Έρχεται το βιβλίο αυτό να μας ξανατοποθετήσει  αξίες τις οποίες παραμελήσαμε. Επιστροφή στις σκοτεινές πτυχές της Ιστορίας μας και ειδικότερα στον Εμφύλιο και στο κολαστήριο της  Μακρονήσου.

Ο φρικτός εμφύλιος πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ. Εξακολουθεί να ζει βαθιά μέσα μας. Ο Εμφύλιος φαίνεται  ότι συνεχίζεται με άλλες μορφές. Δεν συμφιλιωθήκαμε πραγματικά με τους εαυτούς μας και τους γύρω .Τα πάθη μπορεί να έχουν ξεθυμάνει , αλλά παραμένει η βαθιά αντιπαράθεση σε μια σειρά θεμάτων. Δεν γυρεύουμε όλοι οι Έλληνες την ίδια πορεία για τούτον τον τόπο. Πρέπει να σκαλίσουμε τα επώδυνα βαθύτερα αίτια , ώστε να λυτρωθούμε πραγματικά , αλλιώς μοιραία θα πορευόμαστε επ΄άπειρον στο άγνωστο που μας φοβίζει , χρησιμοποιώντας ευκαιριακά στην πορεία δανεικούς  αγέρες στα πανιά μας για να μην βουλιάξουμε. Με τα δικά μας χέρια και με τις δικές μας πλάτες, να κατορθώσουμε κάποτε να πλησιάσουμε την εθνική , την κοινωνική και την ατομική μας Ιθάκη….

Τι να κάνουμε τώρα;

Πώς θα πάει μπροστά η νέα γενιά ; Πώς θα ξεφύγει η καινούργια γενιά; Με τι ; Είμαστε καταδικασμένοι από χέρι;  Μόνη λύση είναι  να φύγουν οι νέοι για μετανάστες ; Με δάφνες, αίματα και βόλια θα τρώμε ;

Η προηγούμενη γενιά προσπάθησε να  αποδράσει από το παρελθόν και αναζήτησε ένα ακυρωμένο μέλλον. Σήμερα προχωράμε χαμένοι , αποπροσανατολισμένοι , μονάχοι ή μέσα σε ένα ανθρώπινο κοπάδι , σε μια έρημο , ξεκομμένοι από τα πάντα .Περπατάμε αλλά δεν πάμε πουθενά. Περπατάμε σε αναζήτηση διαφεύγοντος σκοπού. Η ζωή τανύεται σε εσαεί βάσανο , καθώς προχωρεί σημειωτόν , το παρελθόν επιστρέφει για να γεμίσει σαν θολό ποτάμι τις όχθες της ύπαρξης. Σπάνια η μνήμη είναι πνευματική απόδραση σε ένα ευχάριστο παρελθόν , είναι μια συνεχής ανάκληση της κρίσης , της ενοχής , της αμαρτίας, που κάνει το παρόν ανυπόφορο και το μέλλον αδύνατο.

Ο συγγραφέας Σπύρος Λαμπρίδης ,στο βιβλίο του αυτό ,συμβουλεύει τη  νέα γενιά :

Η δόλια μας η πατρίδα μοιάζει με ένα εθνικό παλαιοπωλείο .Ένα παλιατζίδικο γεμάτο , κατά πώς ο καθένας τα ζυγιάζει , μεγάλα ή μικρά , σημαντικά ή ασήμαντα ενθυμήματα , που σαν γεννηθήκαμε μας φορτώθηκαν με το στανιό στην πλάτη για δήθεν κληρονομιά , χωρίς ποτέ στην ουσία εμείς οι ίδιοι να το ζητήσουμε.

Ποτέ δεν τολμήσαμε να δούμε κατάματα το μαύρο μας το χάλι και να παραδεχτούμε τα σφάλματά μας.

Η χώρα αυτή δεν κατέστη από την Ελληνική Επανάσταση ακόμα ποτέ ενιαίο και συμπαγές κοινωνικό σύνολο. Το βαρύ παρελθόν της αντί να εμπνέει και να καθοδηγεί , συχνά προκαλεί παραισθήσεις μεγαλείου και ναρκισσισμού , που σχεδόν πάντα μας οδηγούν σε λαθεμένες επιλογές.

Είμαστε μια κοινωνία ατομιστών. Ζούμε για το σήμερα μονάχα , βάζοντας πάνω από όλα τον εαυτούλη μας, παγιδευμένοι σε μια αυτοκαταστροφική τάση ισοπέδωσης και ευτελισμού των πάντων. Εμείς οι νεοέλληνες μεσοαστοί των τελευταίων σαράντα χρόνων,  φταίμε για το χάλι της κοινωνίας μας. Δεν έχουμε μάθει να εργαζόμαστε ομαδικά , με σύστημα και αλληλεγγύη. Αρνούμαστε να αποδεχτούμε έμπρακτα το φαύλο παρελθόν μας. Οι στρεβλώσεις μας ξεκινούν πολύ πίσω από την τουρκοκρατία. Είναι μακρύς ο εθνικός μας εκφυλισμός. Απαιτείται αμφίδρομη παιδεία σε βάθος χρόνου. Ακόμα και σε τούτη την τρομερή τρικυμία της οικονομικής κρίσης κοιτάζουμε, πώς θα την ξεπεράσουμε με το μικρότερο δυνατό ατομικό κόστος και τις ελάχιστες προσωπικές συνέπειες.

Οι μνήμες μας είναι τόσο ρηχές., τα διδάγματα από την επώδυνη εθνική μας πορεία ανύπαρκτα , οι αποφάσεις για το μέλλον των παιδιών μας έωλες και η συνολική συμπεριφορά απέναντι στους γύρω μας , ασυγχώρητα πρωτόγονη , σκληρή και άδικη.

Έχουν σχέση όλα εκείνα τα μακρινά και ξεχασμένα με το σημερινό αδιέξοδο.

Το μοντέλο αυτό της νεοελληνικής κοινωνίας που ξεκίνησε μετά την μεταπολίτευση και ανδρώθηκε το ογδόντα ένα , δεν είχε προοπτική .Δεν πήγαινε πουθενά. Ίσια στον γκρεμό.

Βυθίσου καινούργια  ελληνική γενιά, στον κάματο της γνώσης και τον πλούτο της σοφίας του χθες , ανακάλυψε τα πάντα και κρίνε κατανόησε σε βάθος αυτό το «άλλο» χθες του τόπου και τότε ίσως δεις αισιόδοξα το μπερδεμένο αύριο ,που προβάλλει με απαιτήσεις , κινδύνους , μα και μεγάλες ευκαιρίες. Χωρίς ίχνος μνήμης  και σεβασμού για το κοινό χθες η κοινωνία δεν χτίζεται σε γερά θεμέλια. Η προηγούμενη γενιά αμέλησε να ενδιαφερθεί για το παρελθόν της. Η προηγούμενη γενιά αποτέλεσε ένα αδύναμο κρίκο ανάμεσα σε εκείνους τους «δράκους » αντοχής και καρτερίας και τη νέα γενιά που έρχεται πίσω γεμάτη όνειρα, αλλά συνάμα και δίκαιη οργή, για τα μια σειρά δυσεπίλυτων προβλημάτων, που φορτώσαμε και καταδικάσαμε το μέλλον της.

Οι ιστορικές πληροφορίες , η μνήμη , η φαντασία και η λυτρωτική αυτογνωσία είναι τα πολύτιμα εφόδια γνώσης για να ξαναγεννηθεί η χώρα  μέσα από το ανυπόφορο γαριασμένο γκρι του χθες και του σήμερα. Να αφήσουμε πίσω μας ότι παλιό , αποτυχημένο και ξεφτισμένο ταλαιπωρούσε τούτο τον τόπο και τις προηγούμενες γενιές. Να γυρίσει η καινούργια γενιά  από τη φοβική νοοτροπία του «εγώ» που τους κληροδότησε η προηγούμενη στην ενάρετη αίσθηση του «εμείς» . Να δείξει σεβασμό και αγάπη για τους συνανθρώπους , να δουλέψει για το συνολικό καλό και το κοινό μας αύριο. Να μάθει από το επώδυνο χθες. Χωρίς τη γνώση του χθες , δεν μπορεί να υπάρξει δημιουργικό σήμερα , ούτε ελπιδοφόρο αύριο. Να μην γυρίσουμε την πλάτη στην Ιστορία γιατί τότε αλλοίμονο κι εκείνη θα μας γυρίσει αδιάφορα την δική της !! Να γκρεμίσει αυτό το  παλαιοπωλείο –πατρίδα  ,αυτό το παλαιοπωλείο «η Ελλάς» και να δημιουργήσει μέσα από τις στάχτες την καινούργια Ελλάδα. Μόνο που χρειάζεται προσπάθεια, υπομονή και επιμονή. Η ελπίδα της αναγέννησης ξανά και ξανά μέσα από τις στάχτες , δεν έχει οριστικά χαθεί σε αυτόν τον τόπο .Το μέλλον υπήρχε, δεν μπορεί πρέπει να υπάρχει .Μόνον λεφτά μπορεί να μην υπάρχουν επί του παρόντος…

 

Ένας λογοτεχνικός άθλος ,είναι αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο, καθώς ξύνει παλιές πληγές και ταυτόχρονα ανατέμνει με την ακρίβεια χειρουργού την ιστορία της Ελλάδας.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα μικρό ιδιότυπο μάθημα Ιστορίας. Μας δείχνει το διαχρονικό μας δράμα.

Το βιβλίο αυτό διαβάζεται απνευστί.

 

Αφιερώνεται στους λίγους ,που σε πείσμα των σημερινών καιρών, επιμένουν να παλεύουν για το κοινό καλό κόντρα σε ανεμόμυλους…..

 

Ο Σπύρος Λαμπρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως διπλωμάτης. Υπηρέτησε στο Ισραήλ ,στα  Σκόπια, στις Βρυξέλες , στη Γενεύη, στην  Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ .Επίσης είχε ενεργό  συμμετοχή στη οργάνωση της  Ολυμπιάδας της Αθήνας .Άλλα έργα του είναι «Οι Δράκοι» και «Στροφή πριν το τέλος».

 

Γράφει : Ο Κώστας Τραχανάς

Ο ονειρόσακκος

«Ο ονειρόσακκος» Ε.Λαδιά Εκδόσεις Εστία 2012 σελ.135

 

Η τέχνη είναι που παρηγορεί, η τέχνη είναι που μας συμφιλιώνει με το πεπρωμένο μας αλλά και με το θάνατο, που ξορκίζει τους φόβους του θανάτου.

Πολλοί συγγραφείς σκέφτονται ότι μόνο γράφοντας θα σωθούν .Αυτή δεν είναι η ψευδαίσθηση όλων των συγγραφέων ; Η ιδέα της γραφής δεν είναι η ψευδαισθητική σωτηρία του συγγραφέα , που υποκρύπτει τον φόβο του θανάτου του συγγραφέα (και το δικό μας ) ; ….

Καμιά φορά όμως τους νεκρούς τους χρειαζόμαστε .

Καμιά φορά ακόμα και ο θάνατος μπορεί να είναι χρήσιμος…

Οι πεθαμένοι δεν στοιχειώνουν τόπους , αλλά τη  συνείδηση των ζωντανών και δεν βγαίνουν από θρύλους , αλλά από τη σύγχρονη  πραγματικότητα .

Οι νεκροί δεν πάνε στον ουρανό , αλλά έρχονται από κάποια μακρινή άκρη του Ωκεανού. Διαφορετικά τι νόημα είχε το πλοίο του ονείρου;

 

Το βιβλίο αυτό είναι η ανάδυση μια δύσκολης μνήμης.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε αργά αργά , ήταν το καταφύγιο της Ελένης Λαδιά, το μέρος που επέστρεφε κάθε φορά που ένιωθε καλά,  γιατί έτσι είναι τα ευτυχισμένα ταξίδια στη μνήμη.

Στο βιβλίο αυτό ,η συγγραφέας Ελένη Λαδιά, αποκαλύπτει τον ηδονοβλεπτικό εαυτό ,που βλέπει τη μέσα μνήμη και τη μέσα σιωπή. Δανείζει τις φοβίες και τα φαντάσματά της στους ήρωες της. Προσπαθεί να τιθασεύσει τις σκέψεις στο χαρτί και γίνεται αλεξικέραυνο όπου πέφτουν οι κεραυνοί….

Το βιβλίο της Ελένη Λαδιά είναι ένα βιβλίο περιπλάνησης και διαλόγου με το χρόνο, την μνήμη , τους ήρωες των παλιότερων βιβλίων της και τον ίδιο της τον εαυτό.

Διαδρομές ηρώων των βιβλίων της , διάλογος κειμένων της  και  ιστορίες νεκρών της .

Οι φόβοι της, τα όνειρά της και τα φαντάσματα της, οι αγάπες και οι νεκροί της.

Η μνήμη, ανακαλεί θύμησες που παραπέμπουν με τη σειρά τους σε άλλες…

Μπορούν να χαθούν οι άνθρωποι στις μνήμες τους….

Μνήμες από τη φθορά του σώματος και της ψυχής κι από την άγρια μοναξιά του κόσμου. Μνήμες από την οδύνη που προκαλεί η απονέκρωση της απτής πραγματικότητας. Μια καταβύθιση στα σκοτεινά και δυσερμήνευτα του Θανάτου. Μνήμες από την άλλη υπόσταση των νεκρών, όταν πλέον γίνονται αέρας, φύσημα, ίσκιος. Από την άλλη ζωή τους,  αυτή που ζουν εντός μας. Μνήμες από τη δυνατότητά μας να ξενοδοχούμε τους πεθαμένους μας μέσω της μνήμης.

Τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι ρευστά…

Υπάρχουν στη γη χαραγμένες γραμμές , λεπτές γραμμές, αόρατες για τα μάτια νεκρών και ζωντανών ,  όπου συναντιούνται και επικοινωνούν οι ζωντανοί με τους πεθαμένους….

Όλα μέσα στο βιβλίο εγκλωβίζονται στα όρια του θανάτου. Όχι μόνο δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος, αλλά ο θάνατος, όντας αναγκαία προϋπόθεση της ανάμνησης, είναι το μοναδικό πεδίο, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ο ένας τον άλλο και να ακουστούν.

Ο θάνατος ταυτίζεται με το λόγο.

Τα πρόσωπα του βιβλίου έχουν λόγο, ακριβώς γιατί είναι νεκρά.

Η συγγραφέας δεν γράφει μόνον για τα όνειρα της , αλλά μετουσιώνει την πραγματικότητα σε έργο τέχνης.

Η συγγραφέας συνομιλεί με τους ήρωες των βιβλίων της , αυτά τα πλάσματα της συγγραφικής έμπνευσης.

Η συγγραφέας ενδιαφέρεται για τους ήρωες της , διότι δεν είχε κανένα άλλο στον κόσμο, ολομόναχη έμεινε, άγαμη και άτεκνη…

 

 

 

Το σπίτι της  έχει δυο όψεις με τα εσωτερικά και τα εξωτερικά του παράθυρα, για την συγγραφέα και τα φαντάσματά της . Τα πλάσματα της φαντασίας της συγγραφέως  έρχονται στο σπίτι της , όπως και οι νεκροί της πρόγονοι.

Νεκροί , αναμνήσεις,  ενοχές,  τριτοπάτορες, πρόγονοι, έρωτες, φαντάσματα, λάμιες, δαίμονες, αλαφροϊσκιωτοι,  παράλληλα σύμπαντα,  όνειρα και πλάσματα  των γραπτών της συγγραφέως.

Η συγγραφέας αποφάσισε να πετάξει όλα τα όνειρα της ζωής της .

Όνειρα αχνά, καχεκτικά, κουρασμένα ακόμη από την κοιλιά της μάνας τους της Νύχτας , που δεν είχε σύζυγο ούτε εραστή. Όνειρα βλάσφημα, όνειρα θρασύτατα, όνειρα πορφυρογέννητα, όνειρα νικηφόρα και ματωμένα, όνειρα καταφρονεμένα, όνειρα αληθινά ή ψεύτικα,  όνειρα εφιαλτικά, ταπεινωμένα όνειρα, όνειρα νεκρικά (σε αυτά ξαναπεθαίνουν οι πεθαμένοι), όνειρα που σε αλυσοδένουν στο στρώμα, έγχρωμα όνειρα, χλωμά και άτολμα όνειρα, τολμηρά και φιλόδοξα όνειρα, μικρά και απόκρυφα όνειρα, αυστηρώς προσωπικά όνειρα, ανεκπλήρωτα όνειρα, βρεγμένα όνειρα («Βρέχει μέσα στο όνειρο » λέει  ο Ηπειρώτης ποιητής Μιχάλης Γκανάς) ….  .

Τα όνειρά της  ζούσαν κοντά στο λιβάδι με τα ασφοδίλια , εκεί όπου άρχιζε η χώρα του Άδη.

Τα όνειρα της δεν έχουν χωρόχρονο.

Η συγγραφέας ξέρει ότι οι άνθρωποι γερνούν μόνο όταν χάσουν τα όνειρα και εγκαταλείψουν τα ιδανικά τους…..

Η συγγραφέας ξέρει ότι η ζωή μας αποκαλύπτεται στα σημεία. Στη λεπτομέρειά της συγκεντρώνει όλη της τη σοφία, η ζωή!! Εξάλλου ζωή δεν είναι μόνο τα όσα ζήσαμε , αλλά και τα όσα φοβηθήκαμε , ονειρευτήκαμε , επινοήσαμε, εμπνευστήκαμε , γράψαμε…..

 

Τα  αριστοτεχνικά αυτά διηγήματα επιβάλλουν στον αναγνώστη μια δεύτερη αργή ανάγνωση , προκειμένου να διαφανούν οι λεπτοί ιστοί που διαπερνούν τα κείμενα. Ο αναγνώστης καλείται να διεισδύσει στα ενδιάμεσα των ιστοριών , αναζητώντας τα κενά και υφαίνοντας συνδέσεις μεταξύ τους.

Το πιο βαρύ πράγμα που κουβαλάνε αυτά τα διηγήματα είναι το ασήκωτο βάρος της μνήμης.

«Ο ονειρόσακκος» μελαγχολεί, νοσταλγεί και  μιλάει για όλους αυτούς που αγωνίζονται να μην πιάσει η καρδιά τους δέρμα. Να παραμείνει η καρδιά τους ευαίσθητη κι ευάλωτη….

 

Ένα εξαιρετικό ποιητικό  αριστούργημα , που πρέπει να διαβαστεί από όλους.

 

Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άλλα έργα της είναι :«Χάλκινος ύπνος», «Η θητεία», «Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι», «Ταραντούλα» κ.α.

 

                                     Γράφει:  Ο Κώστας Τραχανάς